Ο Γιώργος βγήκε δειλά δειλά κάτω από το κάθισμα
και σηκώθηκε.
«Εεε, γεια!» είπε με σιγανή φωνή και μην ξέροντας
τι να κάνει στάθηκε όρθιος και περίμενε.
Αφού είδαν ότι δεν θα τους κάνει κακό, ένα ένα τα
ξωτικά άρχισαν να βγαίνουν από τις κρυψώνες τους. Πρώτο βγήκε ένα μικρούλι που
είχε κρυφτεί κάτω από τον πάγκο και έπειτα δυο που είχαν χωθεί πίσω από μια
παλιά κουβέρτα. Ένα κατέβηκε από το φωτιστικό και τρία ακόμα είχαν μπει κάτω
από το έλκηθρο. Σιγά σιγά όλα τα ξωτικά του Άι – Βασίλη βρέθηκαν γύρω από το
Γιώργο.
«Πώς βρέθηκες εσύ εδώ;» Τον ρώτησε τελικά το πιο
θαρραλέο από όλα.
Ο Γιώργος τους είπε όλη την ιστορία για το πώς
κρύφτηκε μέσα στο έλκηθρο και για το ταξίδι του σε όλο τον κόσμο. Όταν τελείωσε
την ιστορία του όλα τα ξωτικά τον κοίταξαν με θαυμασμό αλλά και πολύ σκεπτικά.
«Και τώρα; τώρα πώς θα γυρίσεις πίσω;» Ρώτησε ένα
εν τέλει.
«Νομίζω ότι πρέπει να μείνει μαζί μας μέχρι του
χρόνου. Ο Άι- Βασιλής κοιμάται και οι τάρανδοι είναι πολύ κουρασμένοι για να
πετάξουν ξανά.» Είπε σκεπτικό ένα άλλο.
«Αχ, όχι, σας παρακαλώ, αυτό δεν γίνεται! Πρέπει
να πάω πίσω στη μαμά και το μπαμπά μου. Θα ανησυχήσουν πάρα πολύ αν ξυπνήσουν
το πρωί και δεν με βρουν εκεί. Έχω και ένα σκυλάκι, την Ασπρούλα μου, τι θα
κάνει χωρίς εμένα;» Ρώτησε ο Γιώργος που για πρώτη φορά φοβήθηκε.
Ένα από τα ξωτικά, το πιο γέρικό, ανέβηκε πάνω σε
ένα σκαμνί και φώναξε:
«Συγκαλώ έκτακτο ξωτικοσυμβούλιο ώστε να δούμε τι
μπορούμε να κάνουμε για να γυρίσει ο Γιώργος πίσω στο σπίτι του.»
Αμέσως όλα τα ξωτικά έτρεξαν σε μια μεγάλη αίθουσα
με μακριές τραπεζαρίες κρατώντας το Γιώργο από το χέρι και κάθισαν στις
καρέκλες.
«Εδώ είναι που τρώμε το φαγητό μας.» Ψιθύρισε στο
Γιώργο το ξωτικό που καθόταν δίπλα του.
«Μαζευτήκαμε όλοι εδώ», φώναξε πάλι το γέρικο
ξωτικό, «για να βρούμε τρόπο να γυρίσει ο Γιώργος πίσω στο σπίτι του. Λοιπόν,
ακούω ιδέες.»
«Ας πάει με τα πόδια!» φώναξε νευριασμένο το πιο
γκρινιάρικο από όλα που δεν του άρεσε καθόλου η τροπή που είχαν πάρει τα
πράγματα, μιας και ήθελε να πάει να ξεκουραστεί.
«Αυτό δεν γίνεται», είπε ο Γιώργος, «είναι πολύ
μακριά από δω και κάνει πολύ κρύο. Άσε που δεν ξέρω και το δρόμο και θα χαθώ.»
«Το βρήκα! Να του κολλήσουμε φτερά και να πετάξει!»
Τα υπόλοιπα ξωτικά γέλασαν με την ιδέα.
«Και αν περνούσε μέσα από την ξωτικοπύλη που
χρησιμοποιούμε εμείς για να μετακινούμαστε στον κόσμο;»
«Δυστυχώς δεν είναι ξωτικό και δεν επιτρέπεται να
μπει μέσα στην πύλη, μπορεί να χτυπήσει.»
«Και αν τον πετούσαμε με ένα μεγάλο κανόνι;»
«Όχι», φώναξε ο Γιώργος φοβισμένος. «Θα χτυπήσω!
Μα τι είναι αυτά που λέτε;»
Τότε το πιο μικρό από όλα, που ως τότε δεν είχε
μιλήσει καθόλου, είπε:
«Νομίζω ότι πρέπει να ξυπνήσουμε τον Άι- Βασίλη.
Αυτός θα ξέρει! Αυτός πάντα ξέρει τι να κάνει όταν εμείς τα μπερδεύουμε.»
«Ναι, μα είναι τόσο κουρασμένος!» Επέμεινε το
γέρικο ξωτικό. «Πρέπει εμείς να βρούμε λύση.»
«Και αν θυμώσει που δεν τον ενημερώσαμε για ένα
τόσο σοβαρό θέμα;» Ρώτησε ξανά το μικρούλι.
Το γέρικο ξωτικό αναστέναξε.
«Ξυπνήστε τον Άι – Βασίλη» είπε και αμέσως τέσσερα
ξωτικά έτρεξαν έξω από τη μεγάλη αίθουσα.
Εν το μεταξύ ο Γιώργος που δεν ήξερε τι να κάνει
άρχισε να κοιτάει γύρω του. Η μεγάλη τραπεζαρία ήταν πολύ όμορφη, αλλά όχι τόσο
όσο της γιαγιάς του, και είχε πάρα πολλές μικρές καρεκλίτσες, μιας και τα
ξωτικά ήταν τόσα πολλά που δεν μπορούσε ούτε να τα μετρήσει.
Λίγο μετά μπήκε μέσα ο Άγιος Βασίλης φορώντας τις
πιτζάμες και τις παντόφλες του, ενώ στο χέρι του κρατούσε ένα αρκουδάκι.
Κοίταξε το Γιώργο και χαμογέλασε γλυκά.
«Μπα μπα! Είπε, πώς κατάφερες να μου ξεφύγεις εσύ
μικρέ μου Γιώργο; Έλα, κάθισε κοντά μου, έχεις φάει τίποτα όσο είσαι εδώ;»
Ο Γιώργος κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.
«Φέρτε στο παιδί μας κάτι να φάει. Θα είναι πολύ
ταλαιπωρημένος μετά από ένα τέτοιο ταξίδι.»
Τα ξωτικά του έφεραν σοκολάτα για να ζεσταθεί και
κουλουράκια για να φάει. Μόλις τελείωσε σηκώθηκαν όλοι μαζί.
«Μιας και είσαι εδώ είναι ευκαιρία να σε ξεναγήσω
και στο σπιτικό μου.» Είπε ο Άγιος Βασίλης καθώς άνοιγε την πόρτα της αίθουσας.
Βγαίνοντας από τη μεγάλη τραπεζαρία, πέρασαν
μπροστά από ένα τεράστιο τζάκι που μπορούσε να ζεστάνει όλα τα δωμάτια και από
το εργαστήριο όπου έφτιαχναν τα παιχνίδια. Ήταν πιο μεγάλο και από ένα γήπεδο,
με πολλά μηχανήματα και κάθε λογής σχέδια για παιχνίδια, αλλά τώρα ήταν κλειστό
μιας και οι κατασκευές είχαν τελειώσει για φέτος. Έπειτα πέρασαν μπροστά από
τους τάρανδους που κοιμόντουσαν ήσυχοι στο στάβλο και έξω από το υπνοδωμάτιο
του Άγιου Βασίλη. Η πόρτα ήταν ανοιχτή και το κρεβάτι ξέστρωτο μιας και τον
είχαν ξυπνήσει και είχε φύγει βιαστικά. Απέναντι ακριβώς ήταν τα δωμάτια των
ξωτικών. Είχαν μικρά κρεβάτια στρωμένα και τακτοποιημένα και όμορφα μεγάλα
παράθυρα που φώτιζαν το σπίτι. Όμορφα τοποθετημένα υπήρχαν διάφορα παιχνίδια
και διακοσμητικά. Τέλος, έφτασαν μπροστά σε μια μεγάλη κλειστή πόρτα.
«Εδώ είναι το γραφείο μου.» Είπε ο Άγιος Βασίλης
και άνοιξε την πόρτα αφήνοντας το Γιώργο να μπει μέσα.
Το γραφείο ήταν ένα πανέμορφο δωμάτιο με κόκκινα
χαλιά και ξύλινα έπιπλα. στον έναν τοίχο υπήρχε μια τεράστια βιβλιοθήκη γεμάτη
βιβλία που έφτανε μέχρι το ταβάνι και στην απέναντι μεριά ένα πολύ μεγάλο και
χοντρό βιβλίο που έγραφε επάνω «καλά παιδιά- άτακτα παιδιά». Στη μέση του
δωματίου υπήρχε ένα μεγάλο γραφείο και μπροστά του μια όμορφη κόκκινη πολυθρόνα.
Ο Άγιος Βασίλης πλησίασε την πολυθρόνα και έκανε νόημα στο Γιώργο να καθίσει.
Αυτός υπάκουσε αμέσως. Ήταν τόσο μαλακιά και ωραία που νόμιζε ότι θα τον πάρει
ο ύπνος έτσι κουρασμένος που ήταν.
Έπειτα ο Άγιος Βασίλης προχώρησε στην άλλη πλευρά
του δωματίου, πλησίασε τη μεγάλη βιβλιοθήκη και άνοιξε ένα μικρό ντουλαπάκι
ακριβώς δίπλα της που ο Γιώργος δεν είχε καν προσέξει μέχρι εκείνη τη στιγμή.
Από μέσα έβγαλε μια χιονόμπαλα και επέστρεψε κοντά του. Κάθισε και τοποθέτησε
τη χιονόμπαλα μπροστά στο Γιώργο, ο οποίος την κοίταξε προσεκτικά. Μέσα δεν
είχε αγγελάκι όπως της γιαγιάς, αλλά σπίτια.
«Γιώργο μου, θέλω να κοιτάξεις πολύ προσεκτικά τη
μπάλα και να σκεφτείς το σπίτι σου.» Του είπε απλά ο Άγιος Βασίλης.
Ο Γιώργος έκανε ακριβώς αυτό που του είπε και ο
Άγιος Βασίλης κούνησε τη χιονόμπαλα. Χιόνι άρχισε να πέφτει και τα σπίτια
άλλαξαν μορφή. Ο Γιώργος κοίταξε πιο προσεκτικά και είδε ότι μέσα στη μπάλα
βρισκόταν το δικό του σπίτι. τινάχτηκε έκπληκτος και για ένα δευτερόλεπτο, ένα
τόσο δα δευτερόλεπτο, έκλεισε τα μάτια του. Όταν τα άνοιξε ξανά, ήταν στο
δωμάτιό του, ξαπλωμένος στο κρεβάτι του.
«Όνειρο ήταν!» μονολόγησε.
«Ξύπνα υπναρά!» του φώναξε η μαμά του μπαίνοντας
στο δωμάτιο. «Μεσημέριασε! Έλα, σήκω! Τη νύχτα πέρασε και ο Άγιος Βασίλης.»
Ο Γιώργος σηκώθηκε με την Ασπρούλα να τον
ακολουθεί. Πήδησε από το κρεβάτι και πήγε τρέχοντας στο σαλόνι. Τότε το είδε.
Ήταν όλα εκεί. η πατημασιά κάτω από το δέντρο, τα δώρα και ο μισοφαγωμένος
κουραμπιές.
«Όχι, δεν ήταν όνειρο! Ο Άι- Βασίλης ήταν εδώ, αυτός έφαγε τον κουραμπιέ.» Είπε χαμογελώντας και
έτρεξε να ανοίξει τα δώρα του.

Comments
Post a Comment