Αφού πέρασαν και τα Χριστούγεννα, ο Γιώργος δεν
έβλεπε την ώρα να έρθει η Πρωτοχρονιά και μαζί και ο Άι- Βασίλης. Κάθε πρωί που
ξυπνούσε ρωτούσε τη μαμά αν ήταν παραμονή Πρωτοχρονιάς και η μαμά του έλεγε πως
πρέπει να περιμένει λίγες μέρες ακόμα.
Ένα βράδυ ο Γιώργος ξύπνησε μέσα στη νύχτα. Άνοιξε
τα μάτια του και κοίταξε το ταβάνι προσπαθώντας να καταλάβει τι τον είχε
ξυπνήσει. Εκείνη την ώρα άκουσε έναν μικρό, ανεπαίσθητο θόρυβο που του φάνηκε
ότι ερχόταν από το σαλόνι. Σαν μεγάλος ντετέκτιβ που ήταν δεν θα μπορούσε να το
αφήσει ανεξερεύνητο. Έτσι πήρε γρήγορα το φακό που του είχε πάρει δώρο ο
μπαμπάς, τον άναψε και έτρεξε να λύσει το νέο μυστήριο. Πάνω στο τραπεζάκι του
σαλονιού υπήρχε ένα πιατάκι με γλυκά. Ο Γιώργος πλησίασε προσεκτικά και
παρατήρησε ότι ένας κουραμπιές ήταν δαγκωμένος.
«Μήπως τον έφαγε η μαμά; Μπα, θα είχε κραγιόν
επάνω.» Σκέφτηκε. «Μάλλον θα τον έφαγε ο μπαμπάς, αλλά αυτός δεν αφήνει ποτέ το
φαγητό του στη μέση. Θα τον έτρωγε όλο.»
Ο Γιώργος ανασηκώθηκε για να κοιτάξει καλύτερα και
τότε παρατήρησε ένα μαύρο σημάδι κάτω από το δέντρο. Έστρεψε το φακό του και τι
να δει! Δώρα πολλά και στο πάτωμα μια μεγάλη πατημασιά από στάχτη.
«Ο Άι- Βασίλης, είναι ο Άι- Βασίλης!» Φώναξε και
χωρίς να το σκεφτεί δεύτερη φορά έτρεξε στην αυλή.
Μόλις βγήκε έξω, τι να δει! Πάνω στα κεραμίδια
ήταν το έλκηθρο και εκείνη την ώρα έμπαινε μέσα ο Άγιος Βασίλης. Ο Γιώργος, έτρεξε γρήγορα, πήδηξε πάνω από ένα θάμνο, σκαρφάλωσε πάνω
στο δέντρο της αυλής και πήδηξε μέσα στο έλκηθρο ακριβώς τη στιγμή που πετούσε
μακριά. Ευτυχώς προσγειώθηκε στο πίσω κάθισμα και ο Άγιος Βασίλης δεν τον
κατάλαβε. Γρήγορα χώθηκε κάτω από το κάθισμα και κρύφτηκε με το μεγάλο σάκο που
είχε τα δώρα.
Το έλκηθρο πετούσε γρήγορα. Σε λίγο είχε μοιράσει
τα δώρα στο χωριό του Γιώργου και έπειτα πέρασε σχεδόν από όλο τον κόσμο
σταματώντας και αφήνοντας πακέτα σε όλα τα παιδάκια. Πέταξαν πάνω από την
Ακρόπολη και το Λευκό Πύργο. Έπειτα έφυγαν από την Ελλάδα και κινήθηκαν προς
την Ιταλία. Φτάνοντας στη Ρώμη ο Γιώργος θαύμασε τη μεγάλη αρένα που η μαμά του
του είχε πει ότι έλεγαν Κολοσσαίο. Παρόλο που προσπαθούσε να παρακολουθήσει που
πήγαιναν, έβλεπε ένα σωρό μέρη που έμοιαζαν το ένα με το άλλο και δεν μπορούσε
να καταλάβει τι πορεία ακολουθούσαν. Έτσι κατάλαβε ότι είχαν φτάσει στο Παρίσι,
όταν οι τάρανδοι έκαναν τσουλήθρα πάνω στην πύργο του Άιφελ και ο Άγιος Βασίλης
γελούσε.
Στην Αγγλία είχε ομίχλη και αναγκάστηκαν να
πετάξουν τόσο χαμηλά, που πέρασαν δίπλα από ένα μεγάλο ρολόι. Ο Γιώργος
μπορούσε σχεδόν να αγγίξει τους δείκτες του. Σε εκείνα τα μέρη είχε πιο πολύ
κρύο και προσπαθούσε να προφυλαχτεί κάτω από το γεμάτο σάκο χρησιμοποιώντας τον
σαν κουβέρτα και κρυψώνα μαζί. Ευτυχώς γρήγορα κατέβηκαν προς την Αίγυπτο και ο
καιρός γλύκανε. Πέρασαν πάνω από τις πυραμίδες και την έρημο και συνέχισαν
νότια στην Αφρική. Εκεί τα παιδάκια ήταν πολύ φτωχά, δεν είχαν στολισμένα
δέντρα και δεν υπήρχαν ούτε φώτα στους δρόμους. Μάλιστα έξω από ένα σπίτι τους
πλησίασε μια τίγρης, αλλά ο Άγιος Βασίλης δεν φοβήθηκε, τη χαιρέτησε σαν να
ήταν φίλη του και άφησε και σε εκείνη ένα δώρο.
«Όντως ο Άγιος Βασίλης ξέρει που μένουν τα
παιδάκια ακόμα και αν δεν υπάρχει δέντρο.» Σκέφτηκε ο Γιώργος, αν και λυπόταν
βαθιά με όσα έβλεπε.
Σιγά σιγά άρχισε να χάνει το δρόμο, αλλά και πάλι
κατάλαβε ότι βρίσκονταν στην Κίνα, όταν διένυσαν το σινικό τείχος.
Όταν πια μοίρασε και το τελευταίο δώρο, σε ένα
μικρό σπιτάκι, κοντά σε κάτι καλαμιές είχε αρχίσει να ξημερώνει. Ο Άγιος
Βασίλης έστριψε το έλκηθρο προς το Βορρά και άρχισε να πετάει με ακόμα
μεγαλύτερη ταχύτητα. Ο Γιώργος αναρωτήθηκε γιατί δεν πήγαν στην Αμερική, αλλά
μετά σκέφτηκε ότι μάλλον ο Άγιος Βασίλης θα είχε περάσει από κει πριν πάει στο
σπίτι του.
«Κρίμα» αναστέναξε, «ήθελα τόσο πολύ να πάμε από
το σπίτι της θείας Ευτέρπης. Η μαμά έλεγε ότι εκεί κοντά υπάρχει ένα μεγάλο
άγαλμα με μια κυρία που έχει αγκάθια στο κεφάλι της και κρατάει μια φωτιά. Πολύ
θα ήθελα να το δω, να δω αν είναι αληθινή η φωτιά.»
Μέσα σε λίγα λεπτά, τα πάντα γύρω τους είχαν
καλυφθεί από χιόνι και έκανε πάρα πολύ κρύο. Ο Γιώργος φορούσε μόνο τις
πιτζάμες του και για να προστατευτεί κρύφτηκε ακόμα πιο βαθιά κάτω από το
κάθισμα και σκεπάστηκε με το σάκο που ήταν πια άδειος. Κουρασμένος όπως ήταν
από το μεγάλο ταξίδι, έκλεισε τα μάτια του να ξεκουραστεί.
Τον ξύπνησε ένα δυνατό τράνταγμα και άνοιξε τα
μάτια του τρομαγμένος. Είχαν φτάσει στο σπίτι του Άι – Βασίλη και γύρω από το
έλκηθρο βρίσκονταν ένα σωρό ξωτικά. Ο Άγιος Βασίλης σηκώθηκε, τέντωσε την πλάτη
του για να ξεπιαστεί και πήγε να ξαπλώσει, ενώ τα ξωτικά έλυναν έναν έναν τους
τάρανδους και τους μετέφεραν στο στάβλο. Ο Γιώργος δεν ήξερε τι να κάνει και
έτσι έμεινε κρυμμένος κάτω από το σάκο παρατηρώντας τα. Ήταν πολύ μικρόσωμα
ανθρωπάκια, ίσως πιο κοντά και από τον ίδιο και έμοιαζαν με παιδιά, αλλά είχαν
μεγάλα μυτερά αυτιά, μακριές μύτες και φορούσαν πράσινα σκουφάκια. Παρόλο το
μικρό τους μέγεθος όμως, έδειχναν να έχουν πολλή δύναμη, μιας και μπορούσαν να
κουμαντάρουν τους τάρανδους χωρίς καμία απολύτως δυσκολία. Μόλις μετέφεραν και
τον τελευταίο στο στάβλο, δέκα ξωτικά έπιασαν το μεγάλο σάκο και τον έβγαλαν
από το έλκηθρο για να τον διπλώσουν. Καθώς ένα άλλο έσκυψε να σκουπίσει τα
χιόνια από μέσα είδε το Γιώργο.
«Ααααααα! Ένα παιδί! Συναγερμός!» Φώναξε και όλα
τα ξωτικά κρύφτηκαν μακριά.

Comments
Post a Comment