Μια φορά και έναν καιρό, Πριν χρόνια πολλά, όταν η
μαμά και ο μπαμπάς μου ήταν και αυτοί παιδιά, ζούσε ένα μικρό αγόρι που το
έλεγαν Γιώργο. Ο Γιώργος ήταν ένα διαφορετικό παιδί που του άρεσε πολύ να λύνει
μυστήρια, ήθελε όταν μεγαλώσει να γίνει μεγάλος ντετέκτιβ και έκανε καθημερινά
εξάσκηση. Από το πρωί που ξυπνούσε μέχρι το βράδυ που πήγαινε για ύπνο
μελετούσε τα πάντα με το μεγεθυντικό φακό που του είχε κάνει δώρο ο παππούς στα
γενέθλιά του.
Ένα πρωινό ο Γιώργος πήγε στην κουζίνα και άρχισε
να μελετάει το τραπέζι.
«Χμ! βλέπω πως η μαμά ήπιε καφέ από την κούπα του
μπαμπά!» Φώναξε θριαμβευτικά.
«Μπα παρακαλώ! Από που το συμπέρανες αυτό;»
«Μα μαμά, έχει κραγιόν η κούπα του μπαμπά, να εδώ
δες!» Είπε όλο σιγουριά ο μεγάλος ντετέκτιβ.
«Ουφ πάλι με έπιασες!» Αναστέναξε η μαμά και
χαμογέλασε.
«Γουφ γουφ!» φώναξε η Ασπρούλα, η αγαπημένη
σκυλίτσα του Γιώργου και έτρεξε κοντά του.
«Έλα Ασπρούλα, πάμε να βρούμε άλλο μυστήριο!» φώναξε
ο Γιώργος και έτρεξε στο σαλόνι, όπου σταμάτησε απότομα. Γύρω του υπήρχουν ένα
σωρό κούτες. «Τι είναι αυτά;» Ρώτησε τη μαμά του που τον ακολουθούσε.
«Ένας τόσο μεγάλος ντετέκτιβ σαν και σένα θα
έπρεπε να το βρει μόνος του.»
Χωρίς δεύτερη σκέψη ο Γιώργος άνοιξε τις κούτες
και κοίταξε το περιεχόμενό τους. Αμέσως το πρόσωπό του φωτίστηκε.
«Χριστουγεννιάτικα στολίδια! Να και το δέντρο!
Μαμά μαμά, ήρθαν τα Χριστούγεννα;»
«Όχι ακόμα, σε λίγες μέρες, αλλά σήμερα που δεν
δουλεύουμε με το μπαμπά σκέφτηκα να στολίσουμε το σπίτι μας για να υποδεχτούμε
τη γέννηση του Χριστούλη, αλλά και τον Αϊ Βασίλη.»
Ο Γιώργος χοροπηδούσε χαρούμενος και η Ασπρούλα
γαύγιζε δίπλα του. Μάλλον της άρεσαν και αυτής τα Χριστούγεννα.
«Ναι μαμά, ναι! Γιατί αν δεν βάλουμε φωτάκια στο
σπίτι μας μπορεί ο Αϊ Βασίλης να μην το δει και να μην μου φέρει το δώρο που
του ζήτησα.»
«Νομίζω ότι ο Αϊ Βασίλης ξέρει ακριβώς που μένει
το κάθε παιδάκι, αλλά παρόλα αυτά δεν χρειάζεται να το ρισκάρουμε.»
«Καλημέρα!» Ακούστηκε η φωνή του μπαμπά που μπήκε
στο σαλόνι ξύνοντας το κεφάλι του. «Τι κάνετε εσείς εδώ;»
«Κανονίζουμε να στολίσουμε το σπίτι σήμερα.» Του
εξήγησε η μαμά.
«Μπαμπά μπαμπά, Η μαμά ήπιε καφέ από την κούπα
σου!» Φώναξε θριαμβευτικά ο Γιώργος.
«Πάλι με κάρφωσε!» Είπε η μαμά γελώντας. «Ελάτε,
πάμε να φάμε πρωινό, γιατί έχουμε πολλές δουλειές να κάνουμε.»
Μετά το πρωινό, στόλισαν το σπίτι και ο μπαμπάς
ανέβασε στους ώμους του το Γιώργο για να
βάλει το μεγάλο αστέρι στην κορυφή του δέντρου. Η μαμά με τη γιαγιά έφτιαξαν
κουραμπιέδες και μελομακάρονα και το σπίτι μύριζε όλη μέρα γλυκό και φαγητά.
Αχ! πόσο του άρεσαν τα Χριστούγεννα! Ο
Γιώργος με το φακό του πλησίασε πονηρά το τραπέζι με τα γλυκά και πήρε έναν
κουραμπιέ.
«Μιαμ, τι νόστιμος που είναι.» Μουρμούρισε κάτω
από το τραπέζι.
«Εϊ, ποιος είναι εκεί;» Φώναξε η γιαγιά και σήκωσε
το τραπεζομάντηλο.
«Σσστ! Μην πεις στη μαμά ότι πήρα και άλλο
κουραμπιέ, γιατί θα με μαλώσει.» Η γιαγιά έκλεισε το μάτι στο Γιώργο.
«Δεν θα της το πω, αλλά μην φας άλλο, γιατί θα
πονέσει η κοιλίτσα σου.» Του είπε και του έδωσε ένα φιλί.
Όταν πια έκλεισαν και τα σχολεία, ο Γιώργος ήταν
τόσο χαρούμενος που όλη μέρα τραγουδούσε. Μαζί με τη μαμά έγραψαν γράμμα στον
Αϊ Βασίλης και ο Γιώργος του έφτιαξε μια αστεία ζωγραφιά που τον έδειχνε να
τρώει έναν κουραμπιέ.
Τα Χριστούγεννα ήρθαν πολύ γρήγορα και εκείνο το
πρωινό πήγαν όλοι μαζί στην εκκλησία. Μετά γιόρτασαν τη γέννηση του Χριστούλη
τρώγοντας στη μεγάλη τραπεζαρία της γιαγιάς. Πόσο του άρεσε αυτή η τραπεζαρία!
Ήταν παλιά και ξύλινη και έμοιαζε με αυτές που είχαν τα κάστρα των ιπποτών. Ο
Γιώργος καμιά φορά έπαιζε τον ιππότη, αλλά το αγαπημένο του παιχνίδι ήταν ένα
μεγάλο ξύλινο καράβι που είχε φέρει ο παππούς παλιά από ένα μακρινό ταξίδι.
Καθώς το κοιτούσε, ονειρευόταν πως είναι και αυτός μεγάλος πειρατής που
ταξιδεύει στις θάλασσες. Μόλις λοιπόν έφαγε το φαγητό του, έτρεξε γρήγορα
γρήγορα στον καναπέ, πήρε το μεγάλο καράβι στην αγκαλιά του και άρχισε να το
παρατηρεί και να φτιάχνει ιστορίες με το μυαλό του. Του άρεσε τόσο πολύ που
όταν αποφάσισε να σηκωθεί συνειδητοποίησε ότι ήταν μόνος του.
Η μαμά και η γιαγιά είχαν πάει να πλύνουν τα
πιάτα, ενώ ο παππούς και ο μπαμπάς έπιναν καφέ στο μπαλκόνι μαζί με την
Ασπρούλα. Μπορεί να ήταν χειμώνας, αλλά η μέρα ήταν πολύ ωραία. Ο Γιώργος
ξεκίνησε να βγει και αυτός έξω και να παίξει με το σκυλάκι του, αλλά μόλις
πέρασε μπροστά από το μεγάλο μπουφέ κοντοστάθηκε.
Παρόλο που ο παππούς και η γιαγιά δεν του χαλούσαν
ποτέ χατίρι και όταν ήταν στο σπίτι τους τον άφηναν να κάνει τα πάντα, η γιαγιά
δεν τον άφηνε ποτέ μα ποτέ να ανοίξει ένα συγκεκριμένο ντουλάπι του μπουφέ.
Όταν την ρωτούσε γιατί, του έλεγε ότι είχε μέσα πράγματα εύθραυστα, αλλά ο
Γιώργος δεν ήξερε τι σημαίνει αυτό. Τώρα όμως ήταν μόνος του και μπορούσε
επιτέλους να δει τι ήταν αυτά τα εύθραυστα. Ίσως να ήταν κανένα μεγάλο
μυστήριο, ή ακόμα η γιαγιά να έκρυβε κανένα χάρτη θησαυρού. Ή, γιατί όχι;
μπορεί μέσα στο ντουλάπι να υπήρχε ένα μικρό μπαούλο με παλιά φλουριά που είχε
βρει ο παππούς μαζί με το ξύλινο καράβι.
Σιγά σιγά για να μην τον καταλάβουν πλησίασε το ντουλάπι
και άνοιξε λίγο το ένα φύλλο. Ο παλιός μεντεσές έκανε έναν δυνατό θόρυβο από
τον καιρό που είχε να ανοίξει και ο Γιώργος κοντοστάθηκε, αλλά κανείς δεν μπήκε
στο δωμάτιο. Πήρε μια βαθιά ανάσα και άνοιξε απότομα και τα δυο φύλλα του
ντουλαπιού. Μέσα υπήρχαν κάθε λογής πράγματα. Στο κάτω ράφι είχε γυάλινα βάζα
και δίπλα τους μικρά κουτάκια που το καθένα στο καπάκι του είχε ζωγραφισμένη
μια κυρία που φορούσε ένα παράξενο φουντωτό φόρεμα. Πίσω από τα κουτάκια η
γιαγιά είχε φυλαγμένο ένα μεγάλο κουτί που έμοιαζε να είναι στολισμένο με
κοχύλια και πετρούλες. Ο Γιώργος το χάιδεψε απαλά, αλλά δεν τόλμησε να το
βγάλει έξω για να μην το χαλάσει. Στο πάνω ράφι υπήρχαν διάφορα αγαλματάκια και
το πιο μεγάλο από όλα έδειχνε μια κοπέλα και έναν άντρα να χορεύουν αγκαλιά.
Δίπλα ακριβώς από το άγαλμα, ο Γιώργος είδε μια παράξενη γυάλινη μπάλα που στη
μέση της είχε ένα αγγελάκι. Ήταν τόσο όμορφη που χωρίς να το σκεφτεί άπλωσε τα
χέρια του για να την πάρει.
Εκείνη την ώρα μπήκε στο σαλόνι ο παππούς.
«Τι κάνεις εκεί αγόρι μου;» Τον ρώτησε απαλά.
Ο Γιώργος αναπήδησε και ντράπηκε, γιατί ήξερε ότι
είχε κάνει σκανταλιά. Αμέσως έσκυψε το κεφάλι και είπε.
«Συγγνώμη παππού, αλλά ήθελα να δω τι ήταν αυτό το
εύθραυστο που λέει η γιαγιά, αλλά δεν το βρήκα. Μόνο βάζα και αγάλματα έχει το
ντουλάπι. Παππού, τι είναι αυτή η μπάλα;» Ρώτησε διστακτικά.
Ο παππούς χαμογέλασε.
«Εύθραυστο αγάπη μου λέμε αυτό που σπάει εύκολα. Η
γιαγιά εννοούσε ότι τα πράγματα που έχει μέσα στο ντουλάπι μπορεί να σπάσουν αν
δεν τα προσέξουμε.» Και καθώς του εξηγούσε, πλησίασε στο ντουλάπι, πήρε τη
μπάλα στα χέρια του και κάθισε δίπλα στο Γιώργο.
«Αυτό, είναι μια χιονόμπαλά.» Του είπε ενώ
ταυτόχρονα την αναποδογύρισε. Αμέσως χιόνι άρχισε να στροβιλίζεται γύρω από το
αγγελάκι.
«Είναι τόσο όμορφο!» Θαύμασε ο Γιώργος με το στόμα
ανοιχτό.
«Αυτή τη χιονόμπαλα την είχε κάνει δώρο ο μπαμπάς
της γιαγιάς στη γιαγιά όταν ήταν μικρούλα σαν και σένα και η γιαγιά την αγαπάει
και την προσέχει πάρα πολύ. Θα ήταν κρίμα να της τη σπάσουμε, δε νομίζεις;»
«Ναι, παππού έχεις δίκιο. Καλύτερα να τη βάλεις
πάλι στο ντουλάπι, γιατί είναι… εύθραυστη.»
Ο παππούς χαμογέλασε, φύλαξε τη χιονόμπαλα
προσεκτικά και έπειτα πήρε τον εγγονό του από το χέρι και βγήκαν στη βεράντα. Η
Ασπρούλα είχε βαρεθεί τόση ώρα μόνη της και μόλις τους είδε έτρεξε κοντά τους.

Comments
Post a Comment