Μια φορά και έναν καιρό ζούσε ένα
κοριτσάκι που το έλεγαν Ελενίτσα. Δεν ήταν πολύ μεγάλη, ούτε πολύ μικρή και
είχε μια μαμά και έναν μπαμπά όπως τα περισσότερα παιδάκια. Ζούσε σε ένα όμορφο
σπίτι, με ένα ολόδικό της δωμάτιο, αλλά δεν ήταν ευχαριστημένη.
Κάθε πρωί που ξυπνούσε έβγαινε τρέχοντας
στο μπαλκόνι και κοιτούσε τα σύννεφα ψηλά στον ουρανό.
«Μαμά, μπαμπά» φώναζε «Σηκώστε με
ψηλά να φτάσω τα σύννεφα! Θέλω να σκαρφαλώσω σε ένα από αυτά και να πετάξω ψηλά
στον ουρανό».
«Καρδούλα μου, αυτό δεν γίνεται.»
Της απαντούσε ο μπαμπάς της, «τα σύννεφα είναι ψηλά στον ουρανό, δεν μπορούμε
να τα φτάσουμε. Άσε που είναι πολύ μαλακά και αν ανέβαινες πάνω τους θα
έπεφτες.» της έλεγε κάθε φορά, αλλά όσο και αν προσπαθούσε να της εξηγήσει, η
Ελενίτσα επέμενε να ζητάει να ταξιδέψει πάνω σε ένα σύννεφο.
Μια μέρα η μαμά της θέλοντας να
την κάνει να χαρεί της έφτιαξε ένα μικρό μαξιλαράκι που είχε το σχήμα ενός σύννεφου.
Η Ελενίτσα χάρηκε τόσο πολύ που το πήρε
αγκαλιά και δεν το άφησε όλη μέρα, ενώ όταν πήγε για ύπνο το βράδυ το πήρε μαζί
τους. Όταν ο μπαμπάς πήγε να την καληνυχτίσει, την είδε να κοιμάται αγκαλιά με
το μικρό συννεφάκι και στο προσωπάκι της ήταν ζωγραφισμένο ένα χαμόγελο. Τότε,
βλέποντας τη χαρά της κόρης του, αποφάσισε να της κάνει μια έκπληξη.
Ο παππούς και η γιαγιά της Ελενίτσας
ζούσαν στο νησί, έτσι την επόμενη κιόλας μέρα κανόνισε να πάει η Ελενίτσα με τη
μαμά της εκεί με το αεροπλάνο, ενώ ο ίδιος θα έμενε στο σπίτι. Τους είπε ότι
είχε δουλείες και θα πήγαινε αργότερα να τους δει.
Όταν ήρθε η μέρα για το μεγάλο
ταξίδι, έφτασαν στο αεροδρόμιο και η Ελενίτσα ένιωσε φόβο βλέποντας το μεγάλο σιδερένιο
αεροπλάνο, με τη μεγάλη καμπίνα και τα πολλά καθίσματα. Μπήκε σιγά σιγά μέσα
και κάθισε ήσυχα δίπλα στο παράθυρο, ενώ η μαμά της έδεσε τη ζώνη της. Όση ώρα
περίμεναν να ξεκινήσει το αεροπλάνο κοιτούσε έξω από το παράθυρο κάτι παράξενα
αυτοκίνητα που κουβαλούσαν σκάλες και κάποια άλλα που κουβαλούσαν βαλίτσες. Σε
λίγο το αεροπλάνο ξεκίνησε και η Ελενίτσα φοβήθηκε τόσο πολύ που έκλεισε τα
ματάκια της. Σε λίγο όμως η βουή σταμάτησε και ένιωθε σαν να είχε σταματήσει
ξανά.
«Μπορείς να ανοίξεις τα μάτια τους
τώρα» της είπε η μαμά της καθώς της έλυνε τη ζώνη. Η Ελενίτσα άνοιξε τα μάτια της
και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Αμέσως γούρλωσε τα μάτια της και έμεινε με το
στόμα ανοιχτό. Το αεροπλάνο πετούσε ψηλά στον ουρανό και γύρω τους υπήρχαν ένα
σωρό σύννεφα μεγάλα και μικρά, άσπρα και μπλε που ταξίδευαν στον ουρανό.
«Κοίτα, κοίτα μαμά, σύννεφα! πετάμε
ανάμεσα στα σύννεφα!» φώναζε και από τη χαρά της δεν μπορούσε να καθίσει στο
κάθισμα. Αντίθετα είχε σηκωθεί όρθια και χοροπηδούσε.
Την ίδια ώρα ο μπαμπάς γύρισε στο
σπίτι και έπιασε αμέσως δουλειά. Ήταν ώρα να κάνει μια ακόμα πιο μεγάλη έκπληξη
στο κοριτσάκι του. Πήγε στο δωμάτιο της Ελενίτσας και άρχισε να βγάζει από μέσα
όλα τα πράγματα. Έβγαλε τα παιχνίδια, το γραφείο, τη βιβλιοθήκη με τα βιβλία,
τα κάδρα από τους τοίχους και το κρεβάτι, ώστε το δωμάτιο να μείνει τελείως
άδειο. Έπειτα φώναξε έναν φίλο του ζωγράφο και με τη βοήθειά του άρχισε να
ζωγραφίζει στους τοίχους σύννεφα. Πολλά σύννεφα, άλλα μεγάλα και άλλα μικρά,
άλλα άσπρα και άλλα μπλε. Έβαψαν το δωμάτιο στο χρώμα του ουρανού και γύρω από
το φωτιστικό έφτιαξαν έναν μεγάλο λαμπερό ήλιο. Όταν τελείωσαν το δωμάτιο
έμοιαζε σαν ένας τεράστιος ουρανός και όποιος έμπαινε μέσα ένιωθε σαν να
πετούσε. Ο μπαμπάς ήταν πολύ χαρούμενος που τα κατάφερε. Έβαλε ξανά μέσα στο
δωμάτιο το γραφείο, τη βιβλιοθήκη με τα πολλά βιβλία, τα παιχνίδια, το κρεβάτι,
κρέμασε ακόμα και τα κάδρα στους τοίχους και μόλις τελείωσε με όλα πήρε και αυτός
το αεροπλάνο και πήγε να δει την οικογένειά του που του είχαν λείψει τόσο πολύ.
Η Ελενίτσα μόλις τον είδε έτρεξε
στην αγκαλιά του και δεν σταματούσε να μιλάει για το ταξίδι που είχαν κάνει με
το αεροπλάνο.
«Κάθε μέρα γι’ αυτό λέει.» Είπε η
μαμά στον μπαμπά καθώς τον αγκάλιαζε και αυτή.
Οι τρεις τους έκαναν τις διακοπές
τους μαζί με τον παππού και τη γιαγιά και όταν ήταν ώρα να φύγουν είπαν στην
Ελενίτσα ότι θα ταξίδευαν και πάλι με το αεροπλάνο. Η χαρά την ήταν τόσο μεγάλη
που δεν κοιμήθηκε καθόλου το βράδυ πριν από το ταξίδι. Αυτή τη φορά δεν
φοβήθηκε καθόλου το αεροπλάνο, έκατσε πάλι δίπλα στο παράθυρο, αλλά δεν έκλεισε
καθόλου τα μάτια της για να μην χάσει ούτε ένα συννεφάκι που θα περνούσε από
δίπλα της.
Όταν έφτασαν στο σπίτι τους, έτρεξε
στο δωμάτιο της για να βρει το μικρό μαξιλαράκι συννεφάκι που της είχε φτιάξει
η μαμά και να τα του πει για όλα αυτά τα σύννεφα που είδε στο ταξίδι της. Όταν
μπήκε όμως στο δωμάτιο, τι να δει! Ένας ολόκληρος ουρανός ήταν ζωγραφισμένος στους
τοίχους, με πολλά σύννεφα, άλλα μεγάλα και άλλα μικρά, άλλα άσπρα και άλλα
μπλε, ενώ ένας λαμπερός ουρανός της χαμογελούσε από το ταβάνι. Η μαμά και ο
μπαμπάς στέκονταν στην πόρτα.
«Γιατί δεν μου είπες τίποτα;»
Ρώτησε η μαμά.
«Γιατί ήθελα να σας κάνω έκπληξη.
Σας αρέσει;» Ρώτησε κοιτώντας την Ελενίτσα. Το κοριτσάκι πήδηξε στην αγκαλιά
του μπαμπά της και του έδωσε ένα μεγάλο φιλί.
«Είναι η πιο όμορφη έκπληξη, το
πιο ωραίο δώρο!» Φώναξε. Έπειτα πήγε στο κρεβάτι της, πήρε αγκαλιά το μαξιλάρι της
και κουρασμένη καθώς ήταν έκλεισε τα ματάκια της για να ονειρευτεί και άλλα
όμορφα ταξίδια ψηλά στον ουρανό.
Comments
Post a Comment