Το τούνελ Μέρος δεύτερο


Ο Μιχάλης έμεινε να κοιτάζει το γέροντα καθώς απομακρυνόταν. Παρά την κούρασή του το βήμα του ήταν ανάλαφρο και χαρούμενο. Έπειτα γύρισε πίσω στο τούνελ και χωρίς να πει κουβέντα άρχισε να σκάβει το μονοπάτι που θα τους επέτρεπε να κατέβουν από το βουνό. Μόλις τον είδαν οι χωρικοί που είχαν απομείνει, άρχισαν να σκάβουν μαζί του και με τη βοήθειά τους δεν άργησε να φτάσει στην αρχή του δάσους. Τότε ένας χωρικός πήρε την αξίνα και έκανε να χτυπήσει ένα από τα δέντρα μπροστά του για να ανοίξει δρόμο.
« Μη! τι κάνεις;» Φώναξε ο Μιχάλης και του έπιασε το χέρι.
« Τι εννοείς;» του απάντησε ο χωρικός ενοχλημένος. « Συνεχίζω το δρόμο μέχρι την παραλία.»
« Όχι έτσι.» επέμεινε ο Μιχάλης « Δεν μπορούμε να καταστρέψουμε το δάσος απλά για να πάμε για μπάνιο. Κοίτα πόσα ζώα και πουλιά ζουν εδώ. Στο δέντρο που πήγες να χτυπήσεις διακρίνω δυο φωλιές ήδη.»
« Και τι θέλεις να κάνουμε δηλαδή;»
« Μπορούμε να προχωρήσουμε σιγά σιγά. Να πατήσουμε εκεί που δεν υπάρχουν φωλιές και να στρώσουμε τις πέτρες του βουνού για να κάνουμε ένα μονοπάτι.»
« Είσαι τρελός! Αυτό θα μας πάρει αιώνες για να γίνει! Εγώ έτσι δεν συνεχίζω!» Του απάντησε ο χωρικός θυμωμένος και έφυγε για το χωριό ακολουθούμενος και από όλους τους υπόλοιπους που είχαν βοηθήσει ως τότε. Όλοι πίστευαν ότι αν έμενε μόνος του θα το ξανασκεφτόταν και θα ζητούσε μόνος του τη βοήθειά τους και η αλήθεια είναι ότι μπορεί και να το είχε κάνει αν δεν είχε στο μυαλό του τη συμβουλή του γέροντα. Το δικό του όνειρο ήταν να μην καταστρέψει αυτόν τον πανέμορφο τόπο που είχαν βρει και αυτό ακριβώς θα έκανε.
Άρχισε να στρώνει πέτρες και χαλίκια σιγά σιγά προσπαθώντας να μην καταστρέψει καμία φωλιά, κανένα δέντρο και κανένα θάμνο. Παρατηρούσε πολύ προσεκτικά τη ζωή γύρω του και τοποθετούσε το μονοπάτι όπου του επέτρεπε η ίδια η φύση. Δεν ήταν λίγες οι φορές και σταμάτησε για να αφήσει κάποιο ζωάκι να περάσει η για να απομακρύνει μικρά έντομα από το δρόμο του ώστε να μην τα χτυπήσει. Όλο αυτό του έπαιρνε πολύ χρόνο και κάθε μέρα προχωρούσε ελάχιστα.
Μια μέρα, ενώ δούλευε σκυμμένος, πλησίασε ένα πιτσιρίκι τρώγοντας ένα μήλο, κάθισε σε μια πέτρα εκεί κοντά και τον παρατηρούσε. Έπειτα από λίγη ώρα τον ρώτησε προβληματισμένο:
«Γιατί προχωράς τόσο αργά; Τι ακριβώς κάνεις;»
« Έλα να σου δείξω» Του είπε ο Μιχάλης και του έκανε νόημα να πλησιάσει «Προσπαθώ να φτιάξω το μονοπάτι χωρίς να καταστρέψω τη ζωή του δάσους. Να κοίτα, σε αυτό το δέντρο υπάρχουν φωλιές πουλιών και εκεί έχει φωλιά μια οικογένεια σκίουρων. Σε αυτόν εδώ το θάμνο ζουν μέλισσες και αν παρατηρήσεις στο έδαφος υπάρχουν πολλές μυρμηγκοφωλιές.»
« Ε και;» Επέμεινε το παιδί. « Εμένα ο πατέρας μου θα είχε πάρει ήδη το τσεκούρι και θα τα είχε κόψει όλα αυτά και τώρα θα κάναμε μπάνιο στη θάλασσα, δεν θα περιμέναμε ακόμα να γίνει το μονοπάτι.»
« Δεν είναι άδικο, όμως, να καταστρέψουμε το σπίτι όλων αυτών των πλασμάτων απλώς για να περνάμε και να κάνουμε το μπάνιο μας; Όλα αυτά υπήρχαν εδώ πολύ πριν από εμάς, αυτό είναι το σπίτι τους και αν δεν είχαμε κάνει το τούνελ, αυτή την παραλία δεν θα τη βρίσκαμε ποτέ. Έχουμε πλέον την τύχη να ζούμε σε ένα πολύ μικρό χωριό που στην άκρη του έχει ένα τούνελ, ένα μονοπάτι, ένα δάσος και μια παραλία. Δεν πρέπει να τα σεβαστούμε όλα αυτά για να μπορούμε να τα χαιρόμαστε; Αν καταστρέψουμε το δάσος τι θα μείνει;»
Το παιδί άνοιξε το στόμα του κάτι να πει, αλλά το μετάνιωσε. Έκανε στροφή και έφυγε τρέχοντας για το χωριό. Τότε ο Μιχάλης ένιωσε πιο μόνος από ποτέ. Είχε την ελπίδα ότι αυτό το πιτσιρίκι θα τον καταλάβαινε, αλλά να που έφυγε και αυτό. Σκέφτηκε να τα παρατήσει και να αφήσει τους χωριανούς να ανοίξουν το δρόμο όπως πίστευαν αυτοί, αλλά καθώς ξεκίνησε να γυρίσει πίσω στο χωριό άκουσε στα αυτιά του τα λόγια του γέροντα λες και ήταν εκεί δίπλα του ακόμα: « Αν προσπαθείς για τα όνειρά σου και δεν τα παρατήσεις, μπορείς να καταφέρεις τα πάντα.» Κοντοστάθηκε για λίγο, χαμογέλασε και γύρισε πίσω στη δουλειά.
Δεν πέρασε πολλή ώρα όταν το πιτσιρίκι επέστρεψε μαζί με άλλα εφτά παιδιά. Ο νεαρός δεν πίστευε στα μάτια τους.
« Ήρθαμε να σε βοηθήσουμε.» Του είπε σοβαρά. « Μπορεί ο πατέρας μου να γκρέμιζε τα δέντρα, αλλά θα έκανε λάθος. πρέπει να προστατεύουμε τη φύση γιατί όλα τα πλάσματα είναι σημαντικά. Μας το είπε και η δασκάλα στο σχολείο.»
« Πώς σε λένε αγόρι μου; Για να δουλέψουμε μαζί καλό θα ήταν να ξέρω το όνομά σου. Να ξέρω όλων τα ονόματά σας.»
« Εμένα με λένε Βασίλη. Από δω ο Γιώργος, ο Βαγγέλης, ο Χρήστος, η Ειρήνη, η Αφροδίτη, η Δήμητρα και η Αθηνά. »
Όλοι μαζί πλέον άρχισαν να δουλεύουν με μεγάλη προσοχή, άλλοι έψαχναν το καλύτερο μονοπάτι, ενώ άλλου κουβαλούσαν τα χαλίκια και τις πέτρες που είχαν βγάλει οι άντρες όταν έσκαβαν το βουνό. Έτσι το μονοπάτι ολοκληρώθηκε πολύ πιο γρήγορα και πριν καν το καταλάβουν έφτασαν στην παραλία.
Ο Μιχάλης κάθισε στην αμμουδιά, κοίταξε τη θάλασσα και αναστέναξε. Ο Βασίλης πήγε και έκατσε δίπλα του.
« Τα καταφέραμε μικρέ.» Του είπε ανακατεύοντας του τα μαλλιά.
« Δηλαδή τώρα τελειώσαμε;» Ρώτησε ο Βασίλης.
«Ναι, εφόσον φτάσαμε στη θάλασσα το μονοπάτι ολοκληρώθηκε. Τώρα μπορείτε όλοι να έρχεστε να κάνετε τα μπάνια σας και να διασκεδάζετε. Άλλωστε όλοι έχουν δουλέψει τόσο πολύ που το αξίζουν.»
« Ναι, αλλά… Πέρα από την παραλία; στη θάλασσα; Τι υπάρχει;»
Τότε ο Μιχάλης κατάλαβε:
« Το να φτάσω το μονοπάτι μέχρι την παραλία χωρίς να πειράξω το δάσος, ήταν το δικό μου όνειρο και χάρη στη δική σας βοήθεια τα κατάφερα. Τώρα αν θες μπορείς να δημιουργήσεις ένα δικό σου όνειρο και αν θέλεις να μάθεις τι υπάρχει πέρα από τη θάλασσα να αγωνιστείς για να τα καταφέρεις. Και να θυμάσαι: αν προσπαθείς για τα όνειρά σου και δεν τα παρατήσεις μπορείς να καταφέρεις τα πάντα.»

Comments