Πριν χρόνια πολλά, σε ένα μέρος
μακρινό, ήταν ένα πολύ πολύ μικρό χωριό χτισμένο δίπλα σε ένα τεράστιο βουνό.
Το βουνό ήταν τόσο ψηλό και τόσο μεγάλο που ποτέ κανείς δεν είχε καταφέρει να
το περάσει και να δει τι βρίσκεται από την άλλη πλευρά. Οι άνθρωποι του χωριού
συνήθιζαν να λένε ιστορίες και παραμύθια για μέρη μαγικά, όμορφα δάση, θάλασσες
ή φοβερόυς γκρεμούς και τέρατα, αλλά κανείς δεν ήξερε πραγματικά τι βρισκόταν
πίσω από το βουνό.
Μια μέρα, ένας γεράκος πήρε την
αξίνα και το φτυάρι του και χωρίς να πει τίποτα σε κανέναν πήγε στη βάση του
βουνού και άρχισε να σκάβει. Όταν οι χωρικοί τον είδαν άρχισαν να τον
κοροϊδεύουν. Πίστευαν ότι του σάλεψε στα γεράματα και όσοι περνούσαν από κει
γελούσαν και τον πείραζαν. Μόνο ένας νεαρός δεν τον κορόιδεψε ούτε μια φορά.
Όταν βρισκόταν κοντά στο βουνό σταματούσε και τον παρατηρούσε για ώρα. Παρά την
ηλικία του δούλευε ακούραστα και για ώρα αν και ήταν εμφανές ότι δεν διέθετε
πλέον την απαραίτητη δύναμη για να προχωρήσει γρήγορα το έργο του, ό,τι και αν
ήταν αυτό που προσπαθούσε να κάνει. Παρόλα αυτά μη θέλοντας να τον ενοχλήσει,
δεν είχε τολμήσει να του μιλήσει για αρκετό καιρό.
Ένα μεσημέρι καθώς περνούσε από
το σημείο αυτό είδε τον γεράκο να ξαποσταίνει. Σκούπιζε τον ιδρώτα στο μέτωπό
του και ετοιμαζόταν να πιει λίγο νερό.
«Τώρα είναι η ευκαιρία μου»
Σκέφτηκε και πλησίασε διστακτικά.
«Καλησπέρα κύριε» Του είπε.
Ο γέροντας χαμογέλασε: «Θα
προτιμούσα να με λες μπάρμπα – Θανάση. Καλησπέρα και σε σένα»
« Έχεις δίκιο μπάρμπα- Θανάση, σε
ένα χωριό ζούμε. Ξέρεις, έχω απορία τόσο καιρό, τι είναι αυτό που προσπαθείς να
κάνεις;»
Ο μπάρμπα- Θανάσης ήπιε μια
γουλιά νερό και κοίταξε το βουνό. Έπειτα γύρισε στο νεαρό και του είπε: «
Ξέρεις παιδί μου, ζω σε αυτό το χωρίο όλη μου τη ζωή. Όλα αυτά τα χρόνια
αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που κρύβεται από πίσω του, αλλά δεν μπόρεσα να βρω
την απάντηση. Αποφάσισα λοιπόν να σκάψω ένα τούνελ ως την άλλη πλευρά. Είμαι
γέρος πια και ίσως να μην τα καταφέρω, αλλά θα ξέρω ότι προσπάθησα έστω και τελευταία
στιγμή. Γιατί αυτό είναι το σημαντικό παιδί μου, να προσπαθείς.»
Ο νεαρός δεν του απάντησε. Δεν
ήξερε τι να του πει. Στάθηκε λίγο ακόμα κοντά του και όταν ο μπάρμπα – Θανάσης
γύρισε πίσω στη δουλειά έφυγε για το σπίτι του. Σκεφτόταν τα λόγια του γέροντα
όλη την υπόλοιπη μέρα και όλη νύχτα δίχως να μπορεί να κοιμηθεί.
Το επόμενο πρωί, όταν ο μπάρμπα –
Θανάσης έφτασε στην άκρη του βουνού είδε το νεαρό να τον περιμένει κρατώντας το
δικό του φτυάρι και τη δική του αξίνα. Χαμογέλασε πλατιά και του είπε:
« Καλημέρα νεαρέ μου, σ’
ευχαριστώ για τη βοήθειά σου, αλλά αν αρχίσουμε να δουλεύουμε μαζί θα πρέπει να
μάθω το όνομά σου»
« Καλημέρα και σε σένα μπάρμπα-
Θανάση. Με λένε Μιχάλη.»
« Χάρηκα Μιχάλη! Εμπρός, λοιπόν,
ας αρχίσουμε δουλειά.»
Οι δυο του άρχισαν να σκάβουν το
βουνό και ο γέροντας έχοντας δίπλα του έναν άνθρωπο να τον στηρίζει, ένιωσε
αμέσως πιο δυνατός και δούλευε ακόμα πιο σκληρά. Οι χωριανοί που περνούσαν από
το σημείο σταμάτησαν σιγά σιγά να τους κοροϊδεύουν. Καλά ο γέροντας, αλλά ο
Μιχάλης; Ένα νέο παλικάρι μυαλωμένο και με ένα σωρό περγαμηνές; Αμάθητος ήταν
στο σκάψιμο και αυτό φαινόταν από μίλια μακριά, αλλά δεν τα παράτησε ούτε
λεπτό.
Με τον καιρό οι ίδιοι άνθρωποι
που πριν τους κορόιδευαν, άρχισαν ένας ένας να πηγαίνουν για να βοηθήσουν στη δημιουργία
του τούνελ. Σε λίγο όλοι οι άντρες το χωριού δούλευαν στο βουνό, ενώ οι
γυναίκες τους πήγαιναν φαγητό και τα πιτσιρίκια έπαιζαν εκεί γύρω και που και
πού κουβαλούσαν πέτρες για να βοηθήσουν τους μπαμπάδες και τους παππούδες τους.
Το σκάψιμο συνεχίστηκε για καιρό,
μέχρι που μια μέρα, ενώ όλοι οι άντρες του χωριού ήταν μέσα στο τούνελ, άρχισαν
να ακούγονται δυνατοί θόρυβοι από πάνω τους. Ακούγονταν σαν 100 βροντές μαζί
και οι χωρικοί τρόμαξαν πολύ. Άρχισαν να τρέχουν προς την έξοδο φωνάζοντας:
«Γρήγορα, βγείτε όλοι έξω, θα
πέσει το βουνό επάνω μας»
Όλοι βγήκαν, εκτός από τον
γέροντα που πήρε την αξίνα του και χτύπησε με δύναμη ένα μεγάλο βράχο ακριβώς
μπροστά του. Ο βράχος αμέσως υποχώρησε και άρχισε να κατρακυλάει στο γκρεμό,
ενώ ένα μεγάλο άνοιγμα δημιουργήθηκε από όπου μπορούσε να δει επιτέλους τι
υπήρχε στην άλλη πλευρά του βουνού.
Ακριβώς κάτω από τα πόδια του
υπήρχε ένας μεγάλος γκρεμός που έφτανε μέχρι την αρχή ενός πανέμορφου
καταπράσινου δάσους. Τα πουλάκια κελαηδούσαν και αν κοίταζε πολύ προσεκτικά,
μπορούσε να διακρίνει μερικά σκιουράκια πάνω σε ένα από τα πρώτα δέντρα. Στο
βάθος πέρα από το δάσος υπήρχε μια παραλία που παρόλη την απόσταση φαινόταν
πολύ όμορφη και τα νερά έλαμπαν κρυστάλλινα κάτω από τον ήλιο.
Όσο ο μπάρμπα – Θανάσης χάζευε τη
θέα, οι υπόλοιποι χωρικοί είχαν επιστρέψει και κοιτούσαν μαζί του. Τότε ένας
από αυτούς φώναξε θυμωμένος:
«Άδικος τόσος κόπος και τόση
προσπάθεια: Τόσο καιρό παλεύουμε να ανοίξουμε ένα τούνελ και τελικά το μόνο που
βρήκαμε ήταν ένας τεράστιος γκρεμός που δεν μπορεί να μας οδηγήσει πουθενά:»
Ο μπάρμπα- Θανάσης τότε του
απάντησε ήρεμα: « Όπως σκάψατε τόσο καιρό για να φτιαχτεί το τούνελ, έτσι
μπορείτε τώρα να σκάψετε ένα μονοπάτι που να κατεβαίνει το γκρεμό. Αν θέλετε
όλα μπορούν να γίνουν.»
« Ναι καλά.» Επέμεινε ο χωρικός
θυμωμένος «Αυτή τη δουλειά θα κάνουμε.» και λέγοντας τα αυτά, πήρε την αξίνα
και το φτυάρι του και έφυγε μαζί με μερικούς άλλους.
Ο μπάρμπα- Θανάσης αναστέναξε και
ξεκίνησε για το σπίτι του. Τότε ο Μιχάλης έτρεξε να τον προλάβει και τον
ακούμπησε στον ώμο.
« Πού πας μπάρμπα – Θανάση; δεν
θα φτιάξουμε το μονοπάτι.»
Τότε ο γέροντας του χαμογέλασε με
μάτια που έλαμπαν και του είπε:
« Αγόρι μου, εμένα το όνειρό μου
ήταν να δω τι υπάρχει στην άλλη άκρη του βουνού και χάρη σε σένα τα κατάφερα.
Είμαι πολύ μεγάλος και πολύ κουρασμένος πια για να συνεχίσω, όμως μπορείς να
δημιουργήσεις ένα δικό σου όνειρο και να παλέψεις για να το πετύχεις. Η μόνη
συμβουλή που θα σου δώσω είναι να θυμάσαι ότι αν
προσπαθείς για τα όνειρά σου και δεν τα παρατήσεις, μπορείς να καταφέρεις τα
πάντα.»
Comments
Post a Comment