Το σπίτι της μικρής Ελίζας
βρισκόταν στους πρόποδες ενός βουνού, στην άκρη ενός μεγάλου δάσους. Στην Ελίζα
άρεσε πολύ να παίζει στην άκρη του δάσους. Κοιτούσε τα δέντρα, τα λουλούδια και
τα πουλιά και αν ήταν τυχερή που και που έβλεπε και ζωάκια.
Η μαμά της ανησυχούσε πολύ μην
χαθεί η κορούλα της και έτσι της είχε ζητήσει να της υποσχεθεί πως δεν θα
προχωρούσε ποτέ πολύ βαθιά ανάμεσα στα δέντρα και ότι πάντα, μα πάντα θα
πήγαινε από το μονοπάτι. Η Ελίζα πάντα άκουγε τη μαμά της και ήταν πολύ
προσεκτική. Άλλωστε δεν ήθελε να την κάνει να φοβάται.
Μια μέρα η Ελίζα βγήκε να παίξει
κοντά στο δάσος όταν είδε ένα πανέμορφο μικρό πουλάκι με κόκκινο κεφάλι να την
κοιτάζει.
- Τι όμορφο που είσαι. Είπε
σιγανά για να μην το τρομάξει.
Το πουλάκι σαν να κατάλαβε τα
λόγια της άρχισε να κελαηδάει. Ήταν τόσο μελωδικό το κελάηδημά του που η Ελίζα
έμεινε να το χαζεύει για ώρα. Άξαφνα το μικρό πουλάκι άνοιξε τα φτερά του και
πέταξε μακριά.
- Περίμενε μη φεύγεις! του φώναξε
και η Ελίζα και έτρεξε ξοπίσω του.
Το πουλάκι πετούσε ψηλά και η
Ελίζα το ακολουθούσε χωρίς να προσέχει που πάει, μέχρι που το έχασε από τα
μάτια της. Έψαξε για λίγο στα γύρω δέντρα, αλλά μάταια. Τότε στενοχωρήθηκε
πολύ. «Τι όμορφο πουλάκι, πόσο θα ήθελα να μπορούσαμε να γίνουμε φίλοι»
σκέφτηκε και αναστέναξε βαθιά.
- Καλύτερα να γυρίσω στο σπίτι.
Είπε και κοίταξε γύρω της, μα ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι δεν ήξερε πως είχε
φτάσει μέχρι εκεί και την έπιασε πανικός. Άρχισε να τρέχει ανάμεσα στα δέντρα
ψάχνοντας για το μονοπάτι, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να ματώσει τα
ποδαράκια της στις πέτρες και τα χαμόκλαδα. Σε μια τελευταία προσπάθεια
μετακίνησε δυο μεγάλα κλαδιά και βρέθηκε σε ένα όμορφο ξέφωτο που δεν είχε
ξαναδεί ποτέ. Κοίταξε προς τον ουρανό και είδε ότι είχε αρχίσει να νυχτώνει.
- Μαμά! φώναξε δυνατά ελπίζοντας
να είναι κοντά και να την ακούσει. Ήξερε ότι θα ανησυχούσε και θα είχε βγει
τώρα πια να την ψάξει. Έπρεπε να είχε γυρίσει στο σπίτι από ώρα. Τέτοια ώρα θα
έτρωγαν ήδη το βραδινό τους. Και πώς πεινούσε!
Η μικρή Ελίζα έβαλε τα κλάματα
και έκατσε σε μια πετρούλα που ήταν εκεί δίπλα. Πόσο φοβόταν μα είναι μόνη της
στο δάσος. Και αν εμφανιζόταν ξαφνικά ο κακός ο λύκος των παραμυθιών;
- Γιατί κλαις μικρό γλυκό
κορίτσι;
Η Ελίζα πετάχτηκε και κοίταξε
γύρω της. Τότε είδε έκπληκτη πως δεν είχε κάτσει πάνω σε μια πέτρα, αλλά πάνω
σε μια χελώνα.
- Με συγχωρείται αν σας πόνεσα.
Είπε δειλά.
- Ω, μην ανησυχείς, το καβούκι
μου είναι πολύ γερό, αλλά δεν μου είπες, εσένα πως σε λένε και γιατί είσαι
στενοχωρημένη;
- Με λένε Ελίζα και κλαίω, γιατί
χάθηκα μέσα στο δάσος και φοβάμαι μη με βρει ο κακός ο λύκος. Είναι αργά, πεινάω,
κρυώνω, με πονάνε τα ποδαράκια μου και δεν ξέρω τι να κάνω.
-Ω! μην ανησυχείς, δεν υπάρχει
λύκος σε αυτό το δάσος, αλλά πόσο κρίμα να χαθείς μέσα στο δάσος, είπε λυπημένα
η χελώνα που ήθελε πολύ να βοηθήσει. Θα ήθελες να ανέβεις στην πλάτη μου και να
σε βοηθήσω εγώ να βγεις από το δάσος;
- Πόσο καλή είστε κυρία χελώνα!
Πολύ σας ευχαριστώ, μα εσείς περπατάτε αργά και θα φτάναμε το πρωί. Η μαμά μου
μέχρι τότε θα έχει ανησυχήσει πάρα πολύ.
-
Τότε θα μπορούσα να σε πάω εγώ.
Άκουσε η Ελίζα μια φωνούλα πίσω
της και γύρισε να κοιτάξει. Εκεί στεκόταν και τους κοιτούσε ένας λαγός.
- Εγώ είμαι το πιο γρήγορο ζώο
του δάσους και θα φτάσουμε πολύ γρήγορα. Έλα.
Η Ελίζα πλησίασε χαρούμενη, μα
είδε ότι ο λαγός ήταν μικρούλης.
- Πόσο ευγενικός είστε κύριε
λαγέ, και είμαι σίγουρη ότι θα είστε πολύ γρήγορος, όμως αλλοίμονο, είμαι πολύ
μεγάλη και πώς θα μπορούσα να κρατηθώ επάνω σας όταν εσείς θα τρέχετε με τόσο
μεγάλη ταχύτητα;
Ο λαγός τότε προβληματίστηκε
πολύ.
- Αν ο λαγός μας δείξει το δρόμο,
θα μπορούσες να ανέβεις στην πλάτη μου και να σε πάω εγώ. Είπε η κυρία αλεπού
και βγήκε μέσα από τη φωλιά της κοιτώντας πεινασμένα το λαγό.
Η Ελίζα κατάλαβε ότι η κυρά-
αλεπού έψαχνε δικαιολογία για να φάει το λαγό, έτσι της είπε:
- Πόσο ευγενικό εκ μέρους σας
κυρά – αλεπού και πολύ σας ευχαριστώ, μα πώς μπορώ να εμπιστευτώ τέτοιο βλέμμα
πονηρό;
Η αλεπού, μόλις κατάλαβε ότι την
πήρανε χαμπάρι εξαφανίστηκε στο λεπτό.
- Μην ανησυχείς γλυκία μου Ελίζα,
ακούστηκε να λέει μια υπέροχη φωνή ανάμεσα στις φυλλωσιές. Ξέρω που είναι το
σπίτι σου και θα σε πάω εγώ. Είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω για να
ευχαριστήσω τη μαμά σου που πάντα μας αφήνει στην άκρη του δάσους νοστιμιές από
τον κήπο σας.
Η Ελίζα ένιωσε αμέσως ένα κύμα
σιγουριάς και ασφάλειας και ας μην μπορούσε να δει ποιος της μιλούσε. Για λίγο,
για πολύ λίγο, κράτησε την ανάσα της προσπαθώντας να διακρίνει από που ερχόταν
αυτή η μοναδική γλυκιά φωνή που ένιωθε να αγγίζει την καρδιά της και τότε
εμφανίστηκε μια πανέμορφη ελαφίνα με τεράστια μάτια.
- Έλα της είπε η ελαφίνα, ανέβα
στην πλάτη μου. Η Ελίζα την υπάκουσε σχεδόν υπνωτισμένη από την ομορφιά της. Σαν
τον άνεμο η ελαφίνα διέσχισε το δάσος και σε λίγα λεπτά έφτασε μπροστά στο
σπίτι του κοριτσιού. Εκεί βρισκόταν η μαμά του που το έψαχνε αναστατωμένη.
Μόλις την είδαν το κορίτσι έτρεξε και έπεσε στην αγκαλιά της κλαίγοντας.
- Μαμά μου, συγνώμη που δεν σε
άκουσα, ακολούθησα ένα πουλάκι και χάθηκα. Φοβήθηκα τόσο πολύ.
- Αρκεί που είσαι εδώ. Απάντησε η
μαμά της σφίγγοντας την στην αγκαλιά της ανακουφισμένη πια. Σε αγαπώ τόσο πολύ
κοριτσάκι μου, φοβήθηκα ότι θα πάθαινες κακό.
- Και εγώ φοβήθηκα μαμά, ας είναι
καλά η ελαφίνα που με έφερε πίσω.
Η μαμά κοίταξε γύρω της
ξαφνιασμένη, αλλά δεν ήταν κανείς. Η ελαφίνα είχε εξαφανιστεί μέσα στα πυκνά
δέντρα.
- Δεν πειράζει μαμά, της είπε η
Ελίζα. Μου είπε ότι έρχεται συχνά και τρώει από τα λαχανικά που αφήνεις στην
άκρη του δάσους.
Η μαμά χαμογέλασε.
- Τότε αύριο να της αφήσουμε ένα
μεγάλο καλάθι για να την ευχαριστήσουμε. Έλα, πάμε τώρα σπίτι και εμείς,
υποθέτω ότι θα πεινάς πολύ!
- Ναι ναι ναι! Φώναξε η Ελίζα και
έτρεξε προς το σπίτι.
Comments
Post a Comment