Μια φορά και έναν καιρό, στη σαβάνα της Αφρικής,
ένα μέρος μακρινό και όμορφο, ζούσαν τα λιοντάρια. Κάθε οικογένεια δημιουργούσε
μια ομάδα που ονομαζόταν αγέλη και ήταν κυρίαρχος σε μια περιοχή της σαβάνας. Σε
μια τέτοια αγέλη, μια μέρα γεννήθηκε ένα μικρό λιονταράκι. Το λιονταράκι
περνούσε πολύ όμορφα με την οικογένειά του και ήταν συνέχεια χαρούμενο. Έπαιζε
με τα αδέρφια του όλη μέρα και μόλις κουραζόταν έβρισκε ζεστασιά και θαλπωρή
στην αγκαλιά της μανούλας του. Η μαμά και το μπαμπάς του τα προστάτευαν, τα
τάιζαν και τα κρατούσαν καθαρά γιατί αγαπούσαν πολύ τα λιονταράκια τους. Επίσης
στην αγέλη ζούσαν και ο παππούς με τη γιαγιά του και κάποιοι θείοι και θείες του.
Τα λιοντάρια ξυπνούσαν το πρωί, κυνηγούσαν και αφού έτρωγαν τους άρεσε να
ξαπλώνουν και να κοιμούνται στη σκιά των δέντρων.
Μια μέρα ενώ η αγέλη έπαιρνε το μεσημεριανό της
υπνάκο η λιονταρίνα ξύπνησε από έναν δυνατό θόρυβο. Έψαξε να βρει τι ήταν και είδε
να πλησιάζει ένα παράξενο ζώο. Κοίταξε πιο προσεκτικά και τότε θυμήθηκε τις ιστορίες
που της έλεγε η γιαγιά της. Αυτό ήταν ένα αυτοκίνητο και ήταν κυνηγοί αυτοί που
πλησίαζαν. Γρήγορα ξύπνησε τα λιονταράκια και τους είπε:
- Τρέξτε όσο πιο μακριά μπορείτε.
Έρχονται άνθρωποι και θα σας βλάψουν. Φύγετε και μην γυρίσετε πίσω.
Τα λιονταράκια έκαναν αμέσως αυτό που τους είπε η
μαμά τους και άρχισαν να τρέχουν. Μόνο το πιο μικρό κοντοστάθηκε και κοίταξε
για λίγο τους γονείς του που πάλευαν με τους ανθρώπους. Εκείνη τη στιγμή
κατάλαβε ότι δεν θα έβλεπε ποτέ ξανά τη μαμά του και άρχισε να κλαίει. Γύρισε
να πάει στα αδέρφια του μα αυτά είχαν τρέξει μακριά και δεν τα έβλεπε καν,
οπότε έμεινε να στέκεται ακίνητο μην ξέροντας τι να κάνει, όταν άκουσε τους
ανθρώπους να πλησιάζουν. Γρήγορα και χωρίς δεύτερη σκέψη κρύφτηκε πίσω από ένα
μικρό λόφο που ήταν εκεί κοντά και έμεινε εκεί μέχρι την άλλη μέρα.
Η πείνα
ήταν αυτή που τον έκανε παρά το φόβο του να βγει από την κρυψώνα του. Όμως ήταν
μικρός και δεν ήξερε να κυνηγάει. Προσπάθησε να φάει λίγο χορτάρι και μια μύγα
που περνούσε από κει μα αυτά δεν ήταν αρκετά για να τον θρέψουν. Πιο πολύ από
την πείνα του όμως σκεφτόταν ότι ήταν μόνος και φοβόταν πολύ. Έτσι αποφάσισε να
ψάξει να βρει τα αδέρφια του. Καθώς περπατούσε είδε μπροστά του μια μικρή αντιλόπη.
- Γεια σου. Της είπε.
Θέλεις να γίνουμε φίλοι; Φοβάμαι να είμαι μόνος μου.
Η αντιλόπη όμως φοβόταν το
λιοντάρι και του απάντησε:
- Όχι, όχι γιατί θα με
φας!
- Μα είμαι μικρό, δεν ξέρω
να κυνηγάω.
- Δεν σε πιστεύω. Φώναξε η
αντιλόπη και έτρεξε μακριά.
Το λιοντάρι στενοχωρήθηκε, αλλά συνέχισε να ψάχνει
όταν λίγο πιο κάτω είδε μια αλεπού. Του φάνηκε παράξενη γιατί δεν είχε ξαναδεί
αλεπού στη ζωή του. Έτσι τη ρώτησε:
- Γεια σας κύρια. Μπορείτε
να μου πείτε σας παρακαλώ τι ζώο είστε εσείς;
- Εγώ είμαι μια αλεπού.
Του απάντησε.
- Θέλετε να γίνουμε φίλοι
κυρία αλεπού;
Η αλεπού φοβόταν το λιοντάρι αλλά επειδή ήταν πολύ
πονηρή του απάντησε:
- Αμέ, φυσικά και θέλω!
Περίμενε όμως εδώ να πάω να φέρω κάτι να φάμε.
- Αχ Ναι, ευχαριστώ!
Πεινάω πολύ! Είπε το λιονταράκι και έκατσε να περιμένει την αλεπού.
Η ώρα περνούσε μα αυτή δεν φαινόταν πουθενά. Το λιονταράκι περίμενε
και περίμενε μέχρι που νύχτωσε. Πλέον είχε χάσει την ελπίδα του και κατάλαβε
ότι η αλεπού τον κορόιδεψε.
- Έμεινα όλη μέρα εδώ και
η αλεπού δεν ήρθε. Σκέφτηκε. Τώρα τα αδέρφια μου θα έχουν φτάσει πολύ μακριά
και δεν θα καταφέρω να τα βρω ποτέ. Με κορόιδεψε και θα μείνω μόνο μου.
Με αυτή τη σκέψη άρχισε να
κλαίει. Λίγη ώρα μετά άκουσε μια φωνή πίσω του.
- Γιατί κλαις λιονταράκι;
Γύρισε απότομα και είδε μια μικρή λιονταρίνα να το
κοιτάει. Σκούπισε τα μάτια του και είπε:
- Έχασα τους γονείς μου
και τα αδέρφια μου. Είμαι μόνο μου και πεινάω πολύ. Μια αλεπού μου είπε ότι
ήθελε να γίνουμε φίλοι και πήγε να φέρει φαγητό μα δεν γύρισε ποτέ.
- Ω Έτσι είναι οι
αλεπούδες. Πολύ πονηρές! Μην ανησυχείς, έλα μαζί μου.
Η λιονταρίνα ξεκίνησε να
περπατάει και το λιοντάρι την ακολούθησε. Τον πήγε στη δική της αγέλη και μόλις
έφτασαν του είπε:
- Περίμενε να ρωτήσω τη
μαμά και το μπαμπά μου αν μπορείς να μείνεις εδώ.
Όταν οι γονείς της έμαθαν τι έπαθε η οικογένειά
του λιονταριού αποφάσισαν να το κρατήσουν κοντά τους και να το προστατέψουν.
Του έδωσαν να φάει μέχρι που χόρτασε και τον κράτησαν να κοιμηθεί μαζί με τα
δικά τους μικρά.
- Είναι κρίμα ένα τόσο μικρό μωράκι να περιφέρεται
μόνο του στη σαβάνα. Είπε η μαμά της λιονταρίνας και το πήρε στην αγκαλιά της
μαζί με τα δικά της μωρά για να κοιμηθεί.
Εκείνο το βράδυ το λιονταράκι σκέφτηκε τη μαμά του
και το μπαμπά του. Του έλειπαν τόσο πολύ. Είχαν δώσει τη ζωή τους για να σώσουν
αυτόν και τα αδέρφια του και δεν θα τους ξεχνούσε ποτέ. Έπειτα κοίταξε τη νέα
του οικογένεια και σκέφτηκε πόσο τυχερός ήταν που τους βρήκε. Τώρα δεν πεινούσε
πια και βρισκόταν μέσα σε μια ζεστή αγκαλιά. Χαμογέλασε και κοιμήθηκε βαθιά
νιώθοντας επιτέλους ασφαλής.

Comments
Post a Comment