Μετά από ώρα απογοητεύτηκε τελείως και έκατσε
κουρασμένη πάνω στα βράχια σε μια όμορφη παραλία.
- Δεν θα ξαναδώ ποτέ την
οικογένειά μου. Έλεγε απογοητευμένη και έκλαιγε με λυγμούς.
Την ίδια στιγμή, λίγο πιο πέρα, ένας γλάρος
βούτηξε στα καταγάλανα νερά και έπιασε ένα ψάρι για να φάει.
- Σήμερα είναι η τυχερή μου μέρα.
Σκέφτηκε χαρούμενος και έκατσε στα βράχια για να απολαύσει το γεύμα του.
Καθώς έτρωγε όμως του φάνηκε ότι άκουσε κάποιον να
κλαίει. Κοίταξε γύρω του μα η μελισσούλα ήταν μικρή και δεν την είδε. Γύρισε
πάλι στο φαγητό του όταν άκουσε το κλάμα για δεύτερη φορά και τότε αποφάσισε να
κοιτάξει καλύτερα. Ανασηκώθηκε από τη θέση του και ακολουθώντας τον ήχο είδε τη
μικρή μέλισσα.
- Γιατί κλαις μελισσούλα;
Τη ρώτησε.
- Ο αέρας με πήρε μακριά
από το σπίτι μου και με έφερε σε αυτό το νησί. Τα φτερά μου όμως είναι μικρά
και δεν μπορώ να πετάξω τόσο μακριά πάνω από τη θάλασσα. Φοβάμαι ότι δεν θα
ξαναδώ ποτέ την οικογένειά μου.
Ο γλάρος συγκινήθηκε.
- Μην κλαις. Της είπε. Αν
σε πάω εγώ ξέρεις να μου δείξεις το δρόμο;
- Ναι αμέ, θα το έκανες
αυτό για μένα;
- Φυσικά! Εγώ έχω μεγάλα
και δυνατά φτερά, , είπε ο γλάρος με περηφάνια, αλλά περίμενε πρώτα να φάω το φαγητό
μου για να πάρω δυνάμεις.
Η μελισσούλα περίμενε και μόλις ο γλάρος έφαγε το
ψαράκι του της είπε:
- Έλα, ανέβα στο κεφάλι μου να
μου δείχνεις το δρόμο. Προς τα που να πάω;
Αυτή ανέβηκε πάνω στο κεφάλι του γλάρου και τον
καθοδηγούσε.
- Να, πετά πάνω από τη θάλασσα
μέχρι να συναντήσουμε στεριά, του είπε και μόλις έφτασαν στην παραλία συνέχισε,
τώρα στρίψε λίγο δεξιά και συνέχισε να πετάς. Αυτό είναι το λιβάδι που
μαζεύουμε γύρη. Κάνε λίγο αριστερά τώρα. Να, εκεί είναι η κυψέλη μου.
Μόλις έφτασαν ο γλάρος κατέβηκε στη γη και κάθισε
να ξεκουράσει τα φτερά του.
- Όντως ήταν μακριά. Είπε
κουρασμένος. Μόνη σου ίσως να μην τα κατάφερνες ποτέ.
- Όχι, δεν θα τα
κατάφερνα. Σ ‘ευχαριστώ για όλα. Είπε η μελισσούλα και του έδωσε ένα φιλί πριν
πετάξει προς τις αδερφές της.
Στην κυψέλη μέχρι εκείνη
την ώρα επικρατούσε πανικός. Οι μέλισσες είχαν καταλάβει ότι η αδερφούλα τους
είχε χαθεί και την έψαχναν αναστατωμένες. Μόλις την είδαν να επιστρέφει πάνω
στο γλαρό έτρεξαν προς το μέρος της. Πρώτη την αγκάλιασε η βασίλισσα.
- Που ήσουν μικρή μου; τη ρώτησε.
Ανησυχήσαμε όλοι πολύ.
- Με πήρε ο αέρας και με
πήγε μακριά σε ένα νησί μαμά. Είπε η μελισσούλα. Ο γλάρος με έφερε πίσω.
- Σ ‘ευχαριστούμε πολύ γλάρε,
είπε η βασίλισσα. Πως μπορούμε να στο ξεπληρώσουμε.
- Δεν χρειάζομαι κάτι ειλικρινά,
είπε ο γλάρος.
- Περίμενε έστω να σου
δώσουμε λίγο μέλι. Είπε η βασίλισσα και οι μέλισσες έτρεξαν και έφεραν μπόλικο
μέλι για το γλαρό. Αυτός έφαγε και δυνάμωσε αμέσως.
- Να πάρω λίγο μαζί μου να
δώσω στην γυναίκα μου και τα παιδάκια μου; Ρώτησε. Είναι πολύ δυναμωτικό.
- Βεβαίως πάρε όσο θέλεις.
Είπε η βασίλισσα.
Ο γλάρος πήρε το μέλι και πέταξε μακριά, αφού
πρώτα τις ευχαρίστησε θερμά. Τότε η βασίλισσα είπε:
- Από αύριο όταν φυσάει όλες οι
μέλισσες να κουβαλάτε μαζί σας μια πετρούλα για να μην τύχει ξανά αυτό που
έγινε σήμερα. Δεν θέλω να χάσω καμία από σας ποτέ ξανά. Εσύ μελισσούλα Πέρασες
πολλά σήμερα, γι’ αυτό πήγαινε να ξεκουραστείς.
Έτσι και έγινε. Η μικρή μέλισσα ξεκουράστηκε και
από τότε οπότε έβγαιναν οι μέλισσες από την κυψέλη και φυσούσε κουβαλούσαν
πάντα μια πέτρα, ώστε να μην μπορεί ο αέρας να τις παρασύρει και έτσι δεν
χάθηκε καμία ποτέ ξανά.

Comments
Post a Comment