Οι μελισσούλες ήταν πολύ εργατικές και δούλευαν με
κάθε καιρό. Μόνο όταν έβρεχε πολύ έμεναν στη κυψέλη για να μην βρέξουν τα μικρά
φτερά τους και δεν μπορούν να πετάξουν. Ένα πρωινό, όταν ξύπνησαν έκανε κρύο μα
ο καιρός ήταν καλός και έτσι ξεκίνησαν για το λιβάδι. Τελευταία σηκώθηκε μια
τεμπέλα μελισσούλα που αγαπούσε τον ύπνο και δεν ήθελε να αφήσει το ζεστό της
κρεβατάκι. Όταν βγήκε όμως από την κυψέλη να πάει να βρει τις αδερφές της
άρχισε να φυσάει αέρας δυνατός και την πήρε μακριά. Η μελισσούλα πάλευε με τα μικρά
φτερά της να γυρίσει πίσω, αλλά ο αέρας την πήγαινε όλο και πιο μακριά. Άξαφνα
βρέθηκε να πετάει πάνω από τη θάλασσα και πανικοβλήθηκε.
- Τώρα πώς θα γυρίσω πίσω στην
οικογένεια μου; Σκέφτηκε απογοητευμένη.
Ενώ ο αέρας φυσούσε δυνατά, την απομάκρυνε ακόμα
πιο πολύ, μέχρι που έφτασε σε ένα μικρό νησάκι με δέντρα.
- Τώρα είναι η ευκαιρία μου.
Σκέφτηκε η μέλισσα και πιάστηκε σε έναν κορμό δέντρου.
Έμεινε εκεί γραπωμένη μέχρι που σταμάτησε να
φυσάει εντελώς. Όταν βεβαιώθηκε ότι δεν κινδύνευε πια άρχισε να πετάει γύρω γύρω
στο νησί ψάχνοντας τρόπο να γυρίσει πίσω, αλλά το μόνο που έβλεπε ήταν θάλασσα.
Μετά από ώρα απογοητεύτηκε τελείως και έκατσε κουρασμένη πάνω στα βράχια σε μια
όμορφη παραλία.


Comments
Post a Comment