Μια φορά και έναν καιρό, σε ένα ποτάμι που
κατέβαινε από ένα ψηλό βουνό μέχρι τη θάλασσα, ζούσε ένας μικρός γαλάζιος
ποταμόδρακος. η ουρά του έμοιαζε με ουρά ψαριού και ήταν λίγο μεγαλύτερος από
ποταμόψαρο. Στην πλάτη του υπήρχαν δυο μικρά φτερά που τα χρησιμοποιούσε για να
πηδάει έξω από το νερό και να παίζει. Του άρεσε να τρώει μικρά ψάρια και να
κολυμπάει αντίθετα από το ρεύμα του ποταμού. Γενικά οι ποταμόδρακοι είναι από
τη φύση τους πολύ σκανταλιάρηδες και αυτός δεν αποτελούσε εξαίρεση. Κάθε μέρα
μόλις ξυπνούσε κολυμπούσε κατά μήκος του ποταμού ψάχνοντας κάποιον να πειράξει
για να γελάσει μαζί του.
Μια μέρα πέρασε από το ποτάμι ένας
ταξιδιώτης που με το κάρο του έκανε ένα πολύ μεγάλο ταξίδι για να μπορέσει να
πουλήσει την πραμάτεια του και να ζήσει την οικογένειά του. Ταξίδευε όλη μέρα
και ήταν πολύ κουρασμένος και αυτός και τα άλογά του. Έτσι σταμάτησε να
ξεκουραστούν και να πιούν νερό. Ο
ποταμόδρακος που παρακολουθούσε εκείνη την ώρα βρήκε ευκαιρία για να γελάσει
και την ώρα που ο ταξιδιώτης έσκυψε να πιει νερό πετάχτηκε ξαφνικά έξω και
φώναξε:
- Μπου!
Ο ταξιδιώτης τρόμαξε τόσο πολύ που
τινάχτηκε και έπεσε πίσω. Στη συνέχεια σηκώθηκε και άρχισε να τρέχει, γιατί
νόμιζε ότι είδε τέρας ξεχνώντας και τα άλογα και όλα τα υπάρχοντα του. Τότε τα
άλογα πλησίασαν το ποτάμι και ο ποταμόδρακος άρχισε να τους πετάει νερό και να
γελάει, με αποτέλεσμα να τα κάνει μούσκεμα και να μην τα αφήνει να δροσιστούν.
Αυτά θύμωσαν και στο τέλος έφυγαν μακριά. Όλο αυτό φάνηκε πολύ αστείο στο δράκο
που δεν σταμάτησε να γελάει όλη μέρα.
Ο καιρός πέρασε και μια μέρα εμφανίστηκε
στο ποτάμι μια κοπέλα με μια λεκάνη γεμάτη ρούχα. Ο ποταμόδρακος την είδε και
παραξενεύτηκε. Δεν είχε ξαναδεί κάποιον να πλένει στο ποτάμι και έτσι κρύφτηκε
για να την παρακολουθήσει. Η κοπέλα μπήκε στο νερό και άρχισε να τρύβει τα
ρούχα με ζήλο για πολύ ώρα. Όταν
τελείωσε τα άπλωσε δίπλα στο ποτάμι και ξάπλωσε να ξεκουραστεί. Τότε ο δράκος
αποφάσισε ότι ήταν ώρα για τη σκανταλιά του και χωρίς να το σκεφτεί έτρεξε και
γέμισε τη μπουγάδα λάσπες. Στη συνέχεια κρύφτηκε και περίμενε. Όταν η κοπέλα
σηκώθηκε να μαζέψει τα ρούχα που πια θα είχαν στεγνώσει ώστε να γυρίσει στο
σπίτι της, τα βρήκε όλα γεμάτα λάσπες και έβαλε τα κλάματα.
- Τώρα θα με μαλώσει η μαμά μου, γιατί δεν
θα πιστέψει ότι τα έπλυνα και θα νομίζει ότι τεμπέλιαζα όλη μέρα στο ποτάμι.
Έλεγε κλαίγοντας μιας και η ώρα είχε περάσει και δεν προλάβαινε να τα πλύνει
ξανά.
Ο ποταμόδρακος πίστεψε ότι ήταν πολύ αστείο
όλο αυτό και γέλασε με την ψυχή του. Η κοπέλα έφυγε με δάκρυα στα μάτια και δεν
ξαναγύρισε στο ποτάμι.
Όσο περνούσε ο καιρός, ο ποταμόδρακος
πείραζε όλο και περισσότερο κόσμο με αποτέλεσμα να αρχίσουν να ακούγονται
ιστορίες ότι στο ποτάμι ζει ένα τέρας και ο κόσμος να αρχίσει να το αποφεύγει.
Έτσι ο ποταμόδρακος δεν έβρισκε σε ποιον να κάνει τις σκανταλιές του και είχε
αρχίσει να βαριέται. Όλη μέρα κολυμπούσε πάνω κάτω το ποτάμι και δεν ήξερε τι
να κάνει. Άρχισε να κυνηγάει τα ψάρια, αλλά γρήγορα το βαρέθηκε και αυτό. Μια μέρα
είδε να πλησιάζει στο ποτάμι μια μεγάλη αρκούδα και χαμογέλασε πονηρά. Είχε
καιρό να τρομάξει κάποιον και έτρεξε κατευθείαν κατά πάνω της. Η αρκούδα, όμως
που το αγαπημένο της φαγητό ήταν τα ψάρια άρπαξε το δράκο πριν καν το καταλάβει
και πήγε να τον φάει.
- Όχι, όχι μη με φας! Άρχισε να φωνάζει
πανικόβλητος ο δράκος.
- Μπα και γιατί να μη σε φάω; Τον ρώτησε η
αρκούδα. Τα ψάρια είναι ο αγαπημένος μου μεζές.
- Μα δεν είμαι ψάρι! Απάντησε ο δράκος. Να
κοίταξε το σώμα μου και τα φτερά στην πλάτη μου.
- Και αν δεν είσαι ψάρι τότε τι είσαι; Τον
ρώτησε η αρκούδα προβληματισμένη.
- Είμαι ένας ποταμόδρακος.
Η αρκούδα τον κοίταξε, αλλά δεν έδειχνε να
πείθεται.
- Επίσης είμαι και πάρα πολύ σκληρός. Έκανε
μια τελευταία προσπάθεια ο δράκος. Το δέρμα μου είναι δέρμα δράκου και θα
σπάσεις κανένα δόντι.
«Έχει γούστο» σκέφτηκε η αρκούδα «να πάθω
καμία τέτοια λαχτάρα και να μην μπορώ να φάω μετά».
- Καλά θα σε αφήσω. Του είπε τελικά, αλλά
αν σε ξαναπετύχω να ξέρεις ότι δεν θα στη χαρίσω. Σταμάτα να κάνεις σκανταλιές,
γιατί θα το φας το κεφάλι σου. Και λέγοντάς του αυτά, τον άφησε και πάλι μέσα
στο νερό.
- Σ’ευχαριστω! Της είπε ο δράκος και
κολύμπησε μακριά πριν το μετανιώσει η αρκούδα.
Εκείνη την ημέρα την πέρασε σκεπτόμενος
αυτό που είχε γίνει. Σκέφτηκε πόσο πολύ φοβήθηκε όταν νόμιζε ότι θα γίνει μεζές
της αρκούδας και έφερε στο μυαλό του όλες τις φορές που είχε κάνει κάποιον να
φοβηθεί ή να κλάψει. Τότε ένιωσε πολύ άσχημα και αποφάσισε να μην το ξανακάνει.
Βέβαια για καιρό κανείς δεν πατούσε στο ποτάμι γιατί φοβόντουσαν το τέρας, αλλά
σιγά σιγά ο κόσμος άρχισε να επιστρέφει και να κάνει τις δουλείες του στα νερά
του ποταμού. Ο δράκος δεν ξαναπείραξε ποτέ κανέναν και παρακολουθούσε τους
ανθρώπους από μακριά. Κάποιες φορές ο παλιός σκανταλιάρης εαυτός του του θύμιζε
πόσο ωραία περνούσε και πόσο γελούσε με τις σκανταλιές του, αλλά τότε θυμόταν
πάλι την αρκούδα και αποφάσιζε ότι σε κανέναν δεν αξίζει να νιώθει φόβο.
Καθώς τελείωνε την ιστορία του ο Δεντρούλης, ένιωσα να νυστάζω πολύ. Τότε ξάπλωσα πίσω και χασμουρήθηκα. Η Ανθούλα με πρόσεξε και πέταξε κοντά μου.
- Αρκετά σε κουράσαμε για απόψε. Είπε και με σκέπασε με μια κουβέρτα. Κοιμήσου και θα έρθουμε άλλη φορά πάλι.
- Θα έρθετε σύντομα;
- Όχι, απάντησε ο Δεντρούλης. Τώρα το καλοκαίρι πρέπει να προσέχω το δάσος από τις πυρκαγιές και δεν θα μπορώ να φύγω μακριά. Όταν πιάσουν πάλι οι βροχές του φθινοπώρου να μας περιμένεις ξανά.
Η Ανθούλα έριξε νεραϊδόσκονη στο δράκο και αφού αυτός μίκρυνε ξανά πέταξαν μακριά λίγες στιγμές πριν με πάρει ο ύπνος.
Comments
Post a Comment