Ήταν χειμώνας. Ένας κρύος και βαρύς χειμώνας με
πολλά χιόνια. Τα ζώα προσπαθούσαν να ζεσταθούν σε φωλιές και σκάβοντας στο χώμα
για να προστατευτούν από το χιονιά. Εκείνη τη χρονιά, οι αρκούδες είχαν από
νωρίς κρυφτεί μέσα σε σπηλιές για να πέσουν σε ύπνο βαθύ που οι άνθρωποι
ονόμαζαν χειμερία νάρκη και να σηκωθούν πάλι την άνοιξη που ο καιρός θα ήταν
ζεστός και δεν θα κρύωναν πιά.
Μέσα σε μια από αυτές τις σπηλιές, εκείνο το
χειμώνα, γεννήθηκε ένα μικρό αρκουδάκι. Έμεινε κοντά στη μαμά του πίνοντας
γαλατάκι μέχρι να λιώσει και το τελευταίο χιόνι και δεν έβγαινε καθόλου από τη
σπηλιά μέχρι που ήρθε η άνοιξη. Ένα πρωινό ο μαμά αρκούδα ξύπνησε και είπε στο
μικρό αρκουδάκι:
- Είναι ώρα να βγούμε έξω στη φύση και να
γνωρίσεις και εσύ τον κόσμο. Έλα, ακολούθησέ με.
Το μικρό χάρηκε πολύ και έτρεχε και χοροπηδούσε
γύρω από τη μαμά αρκούδα γεμάτο ανυπομονησία. Μόλις βγήκε από τη σπηλιά, πάτησε
πάνω στο μαλακό χορτάρι. Ήταν τόσο όμορφο και του γαργαλούσε τις πατούσες. Από
τη χαρά του άρχισε να κυλιέται και να γελάει. Όταν κουράστηκε ρώτησε τη μαμά
του:
- Τι είναι αυτό μαμά;
- Αυτό είναι χορτάρι. Του είπε η μαμά του.
- Το τρώμε το χορτάρι; Ρώτησε το αρκουδάκι.
- Όχι, δεν το τρώμε. Το χορτάρι το τρώνε οι κατσικούλες.
Η αρκούδα προχώρησε πιο κάτω και το αρκουδάκι την
ακολούθησε αμέσως. Βγαίνοντας από το λιβάδι είδε ένα μεγάλο κόκκινο λουλούδι.
Πλησίασε για να το δει πιο καλά και μόλις το μύρισε φτερνίστηκε δυνατά:
- Αψού! Έκανε το αρκουδάκι και η μαμά αρκούδα
γέλασε γλυκά. Τι είναι αυτό μαμα;
- Αυτό είναι ένα λουλούδι.
- Το τρώμε το λουλούδι;
- Όχι, τα λουλούδια τα τρώνε οι μελισσούλες. Απάντησε
η μαμά του και προχώρησε πιο κάτω.
Δεν πρόλαβαν να πάνε μακριά και το μικρό αρκουδάκι
άκουσε ένα πουλάκι να κελαηδάει.
- Τι ωραία που είναι. Είπε.
- Αυτό που ακούς είναι ένα πουλάκι. Είπε η μαμά
αρκούδα. Να κοίτα, είναι εκεί ψηλά πάνω στο δέντρο.
- Τι όμορφο πουλάκι! Τα τρώμε τα πουλάκια μαμά;
- Όχι, δεν τα τρώμε τα πουλάκια.
- Ευτυχώς, αναστέναξε το αρκουδάκι με ανακούφιση.
Όταν το πουλάκι άκουσε ότι δεν θα το πειράξουν
κατέβηκε από το δέντρο και τραγούδησε λίγο ακόμα στο αρκουδάκι. Όταν τελείωσε η
μαμά αρκούδα είπε:
- Σε ευχαριστούμε πουλάκι για το όμορφο τραγούδι
σου. Τώρα όμως πρέπει να φύγουμε.
Προχώρησε μαζί με το μικρό της μέχρι που συνάντησε
ένα ποτάμι.
- Πιες νεράκι. Είπε στο αρκουδάκι και ήπιε μέχρι
να ξεδιψάσει. Το αρκουδάκι έκανε και αυτό ότι του είπε η μαμά του.
- Αχ, τι ωραίο που είναι το νερό! Τώρα εμείς
φάγαμε μαμά;
Η αρκούδα γέλασε και με μια γρήγορη κίνηση έπιασε
ένα ψαράκι.
- Έλα φάε είπε.
Το αρκουδάκι έφαγε το ψάρι και του άρεσε πολύ.
Μόλις τελείωσε το φαγητό του η μαμά αρκούδα προχώρησε ακόμα πιο πέρα από το
ποτάμι μέχρι που συνάντησε μια κυψέλη με μέλισσες.
- Καλησπέρα σας κυρίες μέλισσες. Θα μπορούσατε να
μου δώσετε λίγο μέλι για το μικρό μου;
Τότε μια μέλισσα της απάντησε:
- Θα πρέπει να ρωτήσουμε τη βασίλισσά μας.
Περίμενε εδώ.
Μετά από λίγο βγήκε η ίδια η βασίλισσα και είπε
στην αρκούδα:
- Επειδή μας το ζήτησες ευγενικά αποφάσισα να σου
δώσουμε λίγο μέλι. Εμπρός μέλισσες!
Μόλις το άκουσαν αυτό οι άλλες μέλισσες έφεραν
αμέσως λίγο μέλι και το άφησαν μπροστά στο μικρό αρκουδάκι.
- Φάε το. Του είπε η μαμά του.
- Μιαμ! Τι νόστιμο που είναι! Φώναξε γεμάτο χαρά
το αρκουδάκι με το στόμα του γεμάτο μέλι. Σας ευχαριστώ πολύ καλές μέλισσες!
Τότε αφού έφαγε το μέλι και ήπιε και νεράκι, η
μαμά αρκούδα ξεκίνησε για τη σπηλιά. Το μικρό χοροπηδούσε σε όλη τη διαδρομή
από τη χαρά και τον ενθουσιασμό του, μέχρι που κουράστηκε. Μόλις έφτασαν
ξάπλωσε να ξεκουραστεί χαμογελώντας πλατιά. Η αρκούδα ξάπλωσε κοντά του και το
πήρε στην αγκαλιά της.
- Ώρα για ύπνο τώρα. Του είπε η μαμά του.
- Μαμά τι όμορφα που ήταν σήμερα. Θα πάμε έξω πάλι
αύριο;
- Θα πάμε. Κοιμήσου τώρα. Καληνύχτα!
- Καληνύχτα μανούλα!

Από τα καλύτερα!!!!!!
ReplyDelete