Ο Κίτρινος Δράκος

Μια φορά και έναν καιρό σε ένα λιβάδι κοντά στη θάλασσα ζούσε ένας κίτρινος δράκος που δεν κοιμόταν σε σπηλιά. Κάθε πρωί ξάπλωνε στο γρασίδι του λιβαδιού και άφηνε τον ήλιο να τον ζεστάνει. Αγαπούσε πολύ τον ήλιο και τον χαλάρωνε να νιώθει τις ζεστές ακτίνες του στην πλάτη του με αποτέλεσμα να τον παίρνει ο ύπνος. Όμως επειδή κοιμόταν τα πρωινά στο λιβάδι το βράδυ δε νύσταζε και τριγύριζε στα χωράφια. Η ουρά του φώτιζε σαν ένα μικρό φανάρι από τον ήλιο που μάζευε όλη μέρα και έτσι έβλεπε να πάει παντού παρά τη σκοτεινιά του τόπου.
Αγαπημένος του τόπος ήταν η θάλασσα. Είχε βρει ένα μέρος άγριο που του ταίριαζε. Εκεί η γη έφτανε ορμητικά στη θάλασσα σε ένα τόπο γεμάτο βράχους και γκρεμούς και μπορούσε να κατέβει μόνο πετώντας. Λίγο πιο μέσα στη θάλασσα ήταν ένα παράξενο κτήριο που οι άνθρωποι ονόμαζαν φάρο. Ο φάρος φώτιζε τη νύχτα και στο δράκο άρεσε να πηγαίνει κοντά και να χαζεύει το φως γιατί ένιωθε πως του έμοιαζε λίγο όπως φωτίζω εγώ τη νύχτα έτσι κάνει και αυτό το σπίτι με το μαγικό φως στην κορυφή του. Σκέφτοταν. Περνούσε πολλές νύχτες χαζεύοντας το φάρο και άλλες τόσες μέρες κοιμισμένος στο κοντινό λιβάδι. Σιγά σιγά άρχισε να το νιώθει φίλο του μιας και δεν υπήρχαν άλλοι δράκοι σαν αυτόν εκεί κοντά και πολλά βράδια του μιλούσε για τη ζωή και τα όνειρα του.
- Άλλοι δράκοι σαν και μένα , του έλεγε ένα βράδυ, τη νύχτα λάμπουν ολόκληροι με δυνατό φως και αν το θέλουν μπορούν να σβήσουν τελείως και να μείνουν απαρατήρητοι. Εγώ δεν το ελέγχω. Μόλις νυχτώσει η ουρά μου ανάβει ότι και να κάνω, αλλά ποτέ δεν κατάφερα να ανάψω ολόκληρος.

Μια άλλη νύχτα κατέβηκε βολίδα το σκοτεινό γκρεμό και φώναξε:
- Σήμερα είδα ανθρώπους. Είναι παράξενοι, μικρούληδες. Έχουν πλάκα! Αυτοί δεν με πρόσεξαν όπως είχα ξαπλώσει στο χορτάρι. Εσύ έχεις δει ποτέ ανθρώπους; Ρώτησε το φάρο παρόλο που ήξερε ότι δεν θα έπαιρνε απάντηση.
Εκείνο το βράδυ έμεινε κοντά του μέχρι το πρωί. Είχε κάτι όμορφο εκείνη η νύχτα. Ήταν ζεστή και λαμπερή. Το φεγγάρι πάνω από το κεφάλι τους έλαμπε τεράστιο και στρογγυλό και φώτιζε τη θάλασσα πιο πολύ και από το φάρο. Το πρωί τον βρήκε ξαπλωμένο σε ένα βράχο ψηλά πάνω από το γκρεμό να χαζεύει νυσταγμένα την Ανατολή του ήλιου.
- Τι όμορφα που είναι ψιθύρισε.
Και τότε το είδε. Κάτω στη θάλασσα έπλεε μια βαρκούλα που πήγαινε στο φάρο. Σταμάτησε και από μέσα βγήκαν δυο άντρες. Άνοιξαν μια μικρή πόρτα και μπήκαν μέσα. Λίγο μετά ο φάρος έσβησε. Ο δράκος έμεινε να τους κοιτάζει χωρίς να καταλαβαίνει και πολλά, αλλά πολλά ερωτήματα φύτρωσαν στο κεφάλι του. Από την ημέρα εκείνη έβαλε στόχο να καταλάβει τι έκαναν οι άντρες και δεν έφευγε από κει παρά μόνο για να φάει. Οι άντρες πότε και οι δυο μαζί, πότε ένας μόνος του, κάθε βράδυ άναβαν το φάρο και κάθε πρωί τον έσβηναν με το δράκο να τους παρακολουθεί. Περίμενε όλη μέρα και όλη νύχτα μα τίποτα άλλο δεν γινόταν. Στο τέλος άρχισε να κουράζεται και σκεφτόταν να τα παρατήσει. Είχε μπει πια ο χειμώνας και ο ήλιος ήταν λιγοστός. Έκανε κρύο πάνω στο βράχο και ίσως ήταν καλό να βρει πια ένα μέρος να προστατευθεί μέχρι να φύγει ο χειμώνας, αλλά από την άλλη η περιέργεια δεν τον άφηνε να φύγει.

Ένα βράδυ έκανε πολύ κρύο και έβρεχε από το πρωί. Ο δράκος με βία είχε καταφέρει να ζεσταθεί λίγο από τον ήλιο που φώτισε αχνά το μεσημέρι πριν πιάσει ξανά βροχή. Η βάρκα εκείνο το βράδυ πλησίασε από νωρίς το φάρο με μεγάλη δυσκολία και οι άντρες τον άναψαν πριν καν νυχτώσει. Η ώρα περνούσε και το κρύο, ο αέρας και η βροχή δυνάμωναν συνεχώς. Τα κύματα χτυπούσαν με μανία πάνω στα βράχια και η θάλασσα είχε πάρει ένα χρώμα σκούρο, σχεδόν μαύρο από την αντάρα. Ο δράκος βρεχόταν και κρύωνε οπότε αποφάσισε να φύγει απογοητευμένος όταν άξαφνα ο φάρος έσβησε.
Έμεινε εκεί να τον κοιτάει περιμένοντας τους άντρες να τον ανάψουν πάλι, αλλά κανείς δεν ερχόταν. Κάτι δεν πήγαινε καλά, το ένιωθε. Άνοιξε τα φτερά του και πέταξε πιο κοντά στο φάρο, αλλά και πάλι δεν έβλεπε κανέναν. Έμεινε εκεί για λίγες στιγμές και τότε το είδε. Ένα μικρό φως ερχόταν προς το φάρο.
- Έρχονται να τον ανάψουν, μονολόγησε, αλλά γιατί από τόσο μακριά;
Έμεινε να κοιτάζει το φως περιμένοντας τη βαρκούλα αλλά όσο αυτό πλησίαζε τόσο πιο μεγάλο γινόταν και σε λίγο χωρίστηκε σε πολλά μικρά φώτα. Αυτό που ερχόταν δεν ήταν βαρκούλα αλλά ένα μεγάλο πλοίο που πλησίαζε με μεγάλη ταχύτητα στα βράχια.
- Μα δε βλέπουν το γκρεμό; Θα τσακίσουν! Φώναξε με αγωνία ο δράκος και τότε κατάλαβε. Δεν έβλεπαν το γκρεμό γιατί ο φάρος είχε σβήσει. Αυτό κάνει λοιπόν ο φάρος, προστατεύει τα πλοία. Οι άνθρωποι δεν έχουν φωτεινές ουρές να βλέπουν παντού. Πρέπει κάποιος να τον ανάψει γρήγορα. Μα που είναι οι άντρες πια;
Όμως οι άντρες δεν φαίνονταν και το πλοίο όλο και πλησίαζε επικίνδυνα. Τότε ο δράκος χωρίς να το σκεφτεί πέταξε πάνω στη σκέπη του φάρου.
- Πρέπει να φωτίσω! Πρέπει να φωτίσω! Πρέπει να φωτίσω! Φώναζε με τα μάτια κλειστά όταν ξαφνικά όλο το σώμα του έβγαλε δυνατό φως όσο λίγοι δράκοι μπορούσα να βγάλουν.
Το φως αυτό είδε ο καπετάνιος του πλοίου και φώναξε.
- Ο φάρος, γρήγορα στρίψτε το πλοίο, θα τσακιστούμε στα βράχια.
Τελευταία στιγμή κατάφεραν και γύρισαν το καράβι προς το λιμάνι. Όταν πια ήταν ασφαλείς ο δεύτερος καπετάνιος κοίταξε τον πρώτο ερωτηματικά.
- Καπετάνιε συχώρα με, του είπε, μα αυτό δεν έμοιαζε με φάρος, αλλά με δράκο.
Ο καπετάνιος κοιτούσε προς τη μεριά του φάρου σιωπηλός. Τέλος είπε:
- Ότι και αν ήταν μόλις μας έσωσε τη ζωή.

Ο δεύτερος καπετάνιος όμως έσκαγε από περιέργεια να βρει τι ήταν αυτό που είχε δει μέσα στην καταιγίδα. Έτσι την επόμενη μέρα κίνησε προς το φάρο αλλά δεν βρήκε κανέναν εκεί. Ούτε στους γύρω βράχους υπήρχε κάτι που να αποδεικνύει ότι χτες υπήρχε δράκος εκεί. Μετά από ώρες τα παράτησε και γύρισε στο πλοίο. Με τα χρόνια από στόμα ναυτικού σε αυτί ναυτικού πέρασε η ιστορία ότι σε κείνο το φάρο όταν είχε κακοκαιρία εμφανιζόταν ένα άλλο πιο δυνατό και μεγάλο φως που είχε σχήμα δράκου μα κανείς ποτέ δεν μπόρεσε να δει αυτό το δράκο από κοντά, γιατί ήταν πλάσμα μαγικό που προστάτευε τους ναυτικούς.

Comments