Ο Άσπρος Δράκος Μέρος 4ο

Όταν συνήλθε έμεινε για λίγο ακίνητος προσπαθώντας να καταλάβει που βρίσκεται και σιγά σιγά θυμήθηκε όλα όσα είχαν γίνει την προηγούμενη μέρα. Τότε γύρισε, κοίταξε προς τον πύργο και έτριψε το κεφάλι του που τον πονούσε από το χτύπημα.
- Πρέπει να κάνω κάτι γρήγορα αν θέλω να βοηθήσω τον πατέρα μου, σκέφτηκε.
Τότε άκουσε φασαρία από την πεδιάδα που ήταν γύρω από τον πύργο, αλλά από τη θέση που ήταν δεν μπορούσε να δει τι γινόταν. Αποφάσισε να πλησιάσει πιο κοντά και έτσι κατέβηκε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε από το λόφο. Άξαφνα είδε μπροστά του τους χωρικούς να φωνάζουν στους στρατιώτες.
- Αφήστε μας να δούμε τον άρχοντα του πύργου, πρέπει να του μιλήσουμε.
Ένας στρατιώτης έτρεξε τότε στο ψηλότερο μέρος του πύργου να ειδοποιήσει τον άρχοντα ώστε να κατέβει. Ο άρχοντας παραξενεύτηκε και ανέβηκε πάνω στο τείχος ώστε να μπορεί να δει καλά τους ανθρώπους που ήθελαν να του μιλήσουν.
- Τι θέλετε εσείς εδώ; Τους φώναξε.
- Ήρθαμε να σου μιλήσουμε για τους δράκους είπε τότε ένας από τους χωρικούς. Ξέρουμε ότι έχεις φυλακίσει το βασιλιά των δράκων και επίσης ότι θα έρθει, αν δεν έχει έρθει ήδη δηλαδή, ένας άσπρος δράκος και θα προσπαθήσει να τον ελευθερώσει. Ήρθαμε να σου ζητήσουμε να μην πειράξεις τον άσπρο δράκο, γιατί είναι φίλος μας και να τον ακούσεις όταν έρθει.
- Είναι φίλος σας ο δράκος; Ρώτησε ο άρχοντας παραξενευμένος.
- Ναι είναι, απάντησε ο ίδιος χωρικός. Ζει μαζί μας πολλά χρόνια τώρα και μας βοηθάει όταν τον έχουμε ανάγκη. Είναι καλόκαρδος και έχει μάθει να μιλάει τη γλώσσα των ανθρώπων.
- Μάλιστα, είπε ο άρχοντας. Και γιατί αυτός ο τόσο καλός δράκος που λέτε θα έρθει εδώ να μου ζητήσει να ελευθερώσω τον βασιλιά των δράκων που όλοι ξέρετε πόσο κακός είναι και πόσο κακό έχει κάνει στη χώρα μας;
- Γιατί ο μαύρος δράκος είναι ο πατέρας μου. Απάντησε ο ίδιος ο άσπρος δράκος βγαίνοντας ανάμεσα από τα δέντρα που είχε κρυφτεί όλη αυτή την ώρα.
Ο άρχοντας έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Δεν είχε πιστέψει τους χωρικούς που του είχαν πει ότι ο δράκος μιλούσε και στην αρχή σάστισε. Μόλις συνήλθε από το σοκ κοίταξε τον άσπρο δράκο και του είπε:
- Ο πατέρας σου όλα αυτά τα χρόνια έχει βλάψει πολλή κόσμο. Είναι υποχρέωσή μου ως άρχοντας αυτού του τόπου να τον τιμωρήσω και έτσι να μάθουν και οι άλλοι δράκοι ότι δεν μπορούν να βλάπτουν τους ανθρώπους ατιμώρητοι. Οι χωρικοί εδώ λένε πως είσαι καλός αλλά γιατί να τους πιστέψω; Τι έχεις κάνει εσύ για τους ανθρώπους;
- Έσωσε το παιδί μου που είχε χαθεί όταν ήταν μωρό, φώναξε τότε μια γυναίκα.
- Με βοηθούσε κάθε χρόνο να σπείρω το χωράφι μου για να μπορώ να ζήσω τα παιδιά μου, φώναξε ένας άλλος.
- Με πήρε στην πλάτη του και με ανέβασε ψηλά στον ουρανό, φώναξε ένα παιδάκι χαρούμενο.
- Πλησίασα τον πύργο σου ήρεμα, χωρίς να κάνω καμία προσπάθεια να επιτεθώ παρόλο που θα μπορούσα να τον κάψω ολόκληρο. Είπε ήρεμα ο ίδιος ο δράκος αν και δεν ήταν απόλυτα σίγουρος ότι μπορούσε όντως να το κάνει μιας και δεν είχε προσπαθήσει να κάψει τίποτα από τότε που έφυγε από το σπίτι του.
Αυτό το τελευταίο, όμως φόβισε τον άρχοντα που όλη αυτή την ώρα σκεφτόταν πόσο μεγάλος είναι ο δράκος που είχε απέναντί του.
- Τέλος πάντως, είπε κοφτά. Αν ελευθερώσω τον πατέρα σου, όμως και επιτεθεί ξανά σε αθώους ανθρώπους, τότε θα τον φυλακίσω μια για πάντα και δεν θα αφήσω κανέναν να τον βοηθήσει.
- Εντάξει, είπε ο άσπρος δράκος. Έχεις το λόγο μου ότι δεν θα πειράξει κανέναν από δω και πέρα.
Τότε ο άρχοντας γύρισε προς τους στρατιώτες του και διέταξε να φέρουν έξω το βασιλιά των δράκων. Μετά από λίγο η μια πόρτα άνοιξε και βγήκε από μέσα ένα τεράστιο κλουβί που μέσα σε αυτό ήταν αλυσοδεμένος ο πατέρας του δράκου. Γύρω από το στόμα του είχε ένα σιδερένιο φίμωτρο για να μην μπορεί να πετάξει φωτιές. Όταν τον είδε ο γιος του η καρδιά του μάτωσε από στενοχώρια.
- Δράκε αποφασίσαμε να σου χαρίσουμε την ελευθερία σου, χάρη στην παρέμβαση του γιου σου και των χωρικών που βλέπεις μπροστά σου, είπε ο άρχοντας.
Ακούγοντας τα λόγια αυτά ο δράκος άνοιξε τα μάτια του έκπληκτος και είδε ξαφνικά μπροστά του το γιο του. Ένα δάκρυ κύλησε από το μάτι του που μόλις έσταξε στη γη μεταμορφώθηκε σε ένα τεράστιο διαμάντι. Τότε ο άρχοντας συνέχισε:
- Θα σε αφήσουμε να βγεις από το κλουβί αν υποσχεθείς ότι δεν θα βλάψεις ποτέ ξανά κανέναν.
Ο δράκος έγνεψε καταφατικά χωρίς να παίρνει ούτε λεπτό τα μάτια του από το γιο του. Τότε ο άρχοντας έδωσε εντολή να τον ελευθερώσουν. Αυτός περίμενε υπομονετικά μέχρι που αφαίρεσαν από πάνω του και την τελευταία αλυσίδα και τέντωσε τα φτερά του για να μπορέσει να ξεπιαστεί. Ταυτόχρονα ο γιος του έτρεξε κοντά του.
- Πατέρα, του είπε, είσαι καλά;
Ο δράκος αγκάλιασε το παιδί του και αναστέναξε βαθειά.
- Τώρα ναι, είμαι καλά. Του απάντησε. Συγχώρεσέ με για όσα σου είπα τότε. Δεν το ήθελα, το μετάνιωσα και σε έψαξα, αλλά δεν ήσουν πουθενά.
- Ξέρω, μου το είπε η μητέρα. Εμένα μου φτάνει που με αγαπάς. Έλα πάμε τώρα σπίτι.
Και γυρνώντας προς τους χωρικούς τους είπε:
- Σας ευχαριστώ για τη βοήθειά σας. Δεν θα τα κατάφερνα χωρίς εσάς. Όποτε με χρειαστείτε θα είμαι εκεί για σας.
Οι χωρικοί φώναξαν ενθουσιασμένοι και οι δράκοι πέταξαν ψηλά στον ουρανό και γύρισαν πίσω στη φωλιά τους. Εκεί τους περίμενε η δράκαινα που τους αγκάλιασε σφιχτά.
- Μην ξαναφύγετε ποτέ σας παρακαλώ, τους είπε με δάκρυα ανακούφισης.

- Δεν έχουμε σκοπό να πάμε πουθενά απάντησαν και οι δυο με μια φωνή.

Comments