- Μητέρα; Ψιθύρισε.
- Παιδί μου! Φώναξε αυτή μόλις τον είδε και
τον πήρε αγκαλιά. Γύρισες επιτέλους! Με τον πατέρα σου σε ψάχναμε για χρόνια.
Στο τέλος πιστέψαμε ότι χάθηκες για πάντα.
- Με έψαξε ο πατέρας; Ρώτησε ο δράκος με
απορία.
- Από την πρώτη μέρα. Του απάντησε η μητέρα
του γλυκά. Μετάνιωσε για ό,τι σου είπε και γύρισε πίσω να σε βρει, αλλά δεν
ήσουν πουθενά. Από τότε κάθε μέρα έβγαινε και σε αναζητούσε για χρόνια μέχρι
που πίστεψε ότι κάτι κακό έπαθες και χάθηκες για πάντα. Η στενοχώρια του και οι
τύψεις τον πλημμύρησαν και δεν μιλούσε σε κανέναν. Έγινε πολύ επιθετικός με
όλους.
- Και που είναι τώρα ο πατέρας;
- Αλλοίμονο, τον έπιασε ένας άρχοντας γιατί
αποφάσισαν ότι ήταν πλέον επικίνδυνος. Τον έχουν κλείσει σε ένα σκοτεινό κελί
και έχουν ανακοινώσει ότι θα τον σκοτώσουν για να μην μπορεί να βλάψει πια
κανέναν.
- Αυτό δεν πρέπει να γίνει! Φώναξε ο άσπρος
δράκος που πλέον ήξερε ότι ο πατέρας του όχι μόνο τον αγαπούσε, αλλά κινδύνευε
και η ζωή του και τον χρειαζόταν. Ξέρεις που τον έχουν φυλακισμένο;
- Όχι παιδί μου δεν ξέρω. Λένε πως είναι σε
ένα κάστρο, αλλά δεν λένε που ακριβώς για να μην προσπαθήσει κανείς να τον
σώσει.
- Θα ψάξω να βρω πληροφορίες και θα πάω να
τον βρω. Εσύ μείνε εδώ σε παρακαλώ.
Και λέγοντας αυτά πέταξε πίσω στους
ανθρώπους πριν η μητέρα του προλάβει να του απαντήσει.
Ήταν εποχή σποράς και ήξερε ακριβώς που θα
τους βρει όλους. Προσγειώθηκε ανάμεσα στους αγρούς λοιπόν και φώναξε δυνατά στη
γλώσσα των ανθρώπων που μέχρι τότε την είχε μάθει και μπορούσε να επικοινωνεί
μαζί τους.
- Τόσα χρόνια σας βοηθάω και μου είχατε πει
πως αν ποτέ χρειαστώ τη βοήθειά σας να σας τη ζητήσω. Ήρθε λοιπόν η ώρα που και
εγώ χρειάζομαι να με βοηθήσετε και το ζητάω στον καθέναν σας ξεχωριστά και σε
όλους μαζί. Σήμερα έμαθα ότι ένας άρχοντας έχει φυλακίσει τον πατέρα μου και
σχεδιάζει να τον σκοτώσει. Πρέπει να μάθω οπωσδήποτε που είναι αυτή η φυλακή
για να πάω να τον βρω. Ξέρει κανείς από σας που μπορεί να είναι ο πατέρας μου;
Οι χωρικοί έμειναν να τον κοιτάζουν
σιωπηλοί, μέχρι που ένας από αυτούς είπε στο δράκο:
- Θες να πεις ότι ο πατέρας σου είναι ο
βασιλιάς των δράκων που τόσα χρόνια καίει τα σπαρτά μας και τρώει τα ζώα μας;
- Ναι, αυτός είναι. Είπε ο άσπρος δράκος
χωρίς να ντραπεί καθόλου. Ξέρω ότι μπορεί να σας έκανε κακό, αλλά εμένα είναι ο
πατέρας μου και πρέπει να τον βοηθήσω.
- Μα αν σε βοηθήσουμε να τον ελευθερώσεις
θα μας κάνει πάλι κακό.
- Ίσως, αλλά εγώ πάντα θα σας βοηθάω.
Αλλιώς αν αθετήσετε την υπόσχεσή σας θα φύγω μακριά και δεν θα έχετε καμία
βοήθεια ποτέ ξανά από μένα.
Οι χωρικοί το σκέφτηκαν. Αγαπούσαν τον
άσπρο δράκο και τόσα χρόνια τον ένιωθαν φίλο τους, άρα θα ήταν λάθος να μην τον
βοηθήσουν. Τότε ένας από αυτούς είπε:
- Ο πατέρας σου είναι στον ψηλό πύργο στα
νότια σύνορα της χώρας. Για μας είναι μια μέρα δρόμος από δω. Άκουσα που το
έλεγαν δυο στρατιώτες που περνούσαν την προηγούμενη εβδομάδα.
Ο δράκος τους ευχαρίστησε και ξεκίνησε
αμέσως για το νότο.
Οι χωρικοί έμειναν να τον κοιτάζουν καθώς
απομακρυνόταν.
- Και αν τον σκοτώσουν και αυτόν; Ρώτησε
ένα παιδάκι που αγαπούσε πολύ το δράκο.
- Δεν θα τον σκοτώσουν. Του είπε η μητέρα
του για να το καθησυχάσει.
- Και εσύ που το ξέρεις; Είπε πάλι το παιδί
με δάκρια στα μάτια. Ο δράκος είναι φίλος μου δεν θέλω να πάθει κάτι κακό.
- Έχει δίκιο το παιδί. Είπε ο χωρικός που
είχε πει στο δράκο πού να βρει τον πατέρα του. Πρέπει να τον βοηθήσουμε.
- Τι θέλεις να κάνουμε δηλαδή; Ρώτησε
κάποιος άλλος.
- Να πάμε και εμείς εκεί. Απάντησε. Αν
πούμε στον άρχοντα πόσο καλός ήταν μαζί μας όλα αυτά τα χρόνια ο άσπρος δράκος
δεν θα τον πειράξει και ίσως να ελευθερώσει και τον πατέρα του. Πρέπει όμως να
βιαστούμε γιατί ο δράκος πετάει πολύ γρήγορα και μπορεί να πάθει κανένα κακό αν
αργήσουμε.
- Τότε να ξεκινήσουμε αμέσως και όποιος
συμφωνεί ας έρθει μαζί μας. Είπε η μητέρα του παιδιού που είχε αναρωτηθεί
αρχικά για την τύχη του δράκου.
Έτσι λοιπόν σιγά σιγά όλοι οι χωρικοί
ξεκίνησαν για τον ψηλό πύργο αμίλητοι ελπίζοντας να προλάβουν να φτάσουν πριν
συμβεί κανένα κακό στο φίλο τους.
Την ίδια ώρα ο δράκος πετούσε όσο πιο
γρήγορα μπορούσε προς τον ψηλό πύργο και δεν σταμάτησε να πετάει ούτε για ένα
λεπτό όσο κουρασμένος και αν ήταν.
Ξαφνικά είδε μπροστά του τον πύργο. Ήταν όντως πανύψηλος και τρομακτικό.
Ο δράκος προσγειώθηκε κοντά στον πύργο και άρχισε να τον επεξεργάζεται. Για
καλή του τύχη φαίνεται ότι οι φρουροί δεν τον είχαν δει να καταφτάνει και έτσι
είχε μπροστά του όσο χρόνο χρειαζόταν για να μελετήσει την κατάσταση και να
προσπαθήσει να βρει τρόπο να μπει μέσα.
Είδε ότι ο πύργος περιβαλλόταν από ένα
μεγάλο τείχος που είχε δυο εισόδους και πιο ψηλά είδε ότι υπήρχαν πολεμίστρες
και πίσω μεγάλα κανόνια που αυτά ίσως και να μπορούσαν να τον βλάψουν.
Τότε αποφάσισε να κάνει μια πρώτη απόπειρα
να πλησιάσει στον πύργο για να ζητήσει να μιλήσει στον άρχοντα. Μόλις, όμως
βγήκε ανάμεσα από τα δέντρα που είχε κρυφτεί και πλησίασε οι φύλακες
σήμαναν συναγερμό πριν καν προλάβει να τους μιλήσει. Αμέσως χιλιάδες μικρά βέλη
εκτοξευτήκαν προς το μέρος του, τα οποία όμως δεν ήταν ικανά να τρυπήσουν το
σώμα του, αλλά ταυτόχρονα τα μεγάλα κανόνια πέταξαν δυο μεγάλες μπάλες με τόση
δύναμη που ο δράκος δεν πρόλαβε ούτε να τις δει και έτσι η μια από αυτές τον
πέτυχε στον ώμο κάνοντάς του μια μεγάλη πληγή. Τότε θύμωσε και προσπάθησε να
πετάξει ψηλά, αλλά μια νέα κανονιά τον πέτυχε στο κεφάλι και τον ζάλισε με
αποτέλεσμα να πέσει κάτω. Αμέσως οι άντρες του πύργου βγήκαν με σκοπό να τον
πιάσουν. Μόλις κατάλαβε τι συνέβαινε, ο δράκος πέταξε ψηλά ζαλισμένος και με
πολλή προσπάθεια κατάφερε να κρυφτεί πάνω σε έναν λόφο. Εκεί λιποθύμησε από τον
πόνο και την κούραση και δεν συνήλθε μέχρι την επόμενη μέρα. Ευτυχώς για καλή
του τύχη είχε βρει μια πολύ καλή κρυψώνα και οι άντρες δεν μπόρεσαν να τον
βρουν όσο ήταν λιπόθυμος.
Comments
Post a Comment