Ο Άσπρος Δράκος Μέρος 2ο

Ο πατέρας του μόλις πέταξε λίγα μέτρα μετάνιωσε αμέσως για τα σκληρά λόγια που είπε στο γιο του. Ό,τι κι αν ήταν, όσο μικρός και αν ήταν, ήταν το παιδί του και το αγαπούσε πιο πολύ από όλα στη ζωή του. Έκανε στροφή και γύρισε πίσω στο λιβάδι για να του ζητήσει συγγνώμη μα το δρακάκι δεν ήταν εκεί. Πέταξε ψηλά και έψαξε μέχρι που νύχτωσε, αλλά δεν μπόρεσε να τον βρει. Γύρισε λυπημένος πίσω στη φωλιά του ελπίζοντας ότι θα είχε γυρίσει πίσω. Όταν η μαμά δράκαινα τον είδε μόνο του ανησύχησε.
- Που είναι το μωρό μας; Ρώτησε.
- Τσακωθήκαμε και έφυγα. Όταν γύρισα να τον πάρω δεν ήταν πουθενά και όλη μέρα δεν μπορώ να τον βρω. Είπε ο μεγάλος δράκος λυπημένος. Θα ψάξω πάλι αύριο.
Όλη νύχτα δεν κοιμήθηκε από την αγωνία του και με κάθε θόρυβο που άκουγε έτρεχε γρήγορα έξω από τη φωλιά του μήπως ήταν το δρακάκι, αλλά αυτό δεν ήταν πουθενά.

Όταν το δρακάκι έφυγε από το λιβάδι πέταξε αντίθετα από τη θέση που ήταν η φωλιά του και κατευθύνθηκε νότια χωρίς να ξέρει που πάει. Μετά από ώρες που πετούσε μακριά κλαίγοντας μιας και νόμιζε πως ο πατέρας του δεν το αγαπούσε, άκουσε έναν παράξενο θόρυβο. Κοίταξε προσεκτικά και ανάμεσα στις φυλλωσιές διέκρινε ένα μωράκι που έκλαιγε. Πλησίασε και ρώτησε το μωρό στη γλώσσα των δράκων:
- Ποιος είσαι και γιατί κλαις;
Το μωρό όμως ήταν πολύ μικρό και δεν ήξερε να μιλάει, αλλά ούτε και ήξερε τη γλώσσα των δράκων. Γι’ αυτό συνέχισε να κλαίει δυνατά. Ο δράκος χωρίς δεύτερη σκέψη πήρε το μωρό και πέταξε ψηλά για να βρει τους γονείς του. Λίγο πιο κάτω είδε τη μαμά του που έψαχνε το μωρό και ρωτούσε όποιον έβλεπε αν το είχε δει. Αμέσως κατέβηκε στη γη και ακούμπησε το μωρό μπροστά στα πόδια της μητέρας του. Αυτή πήρε το παιδί στην αγκαλιά της και είπε στο δράκο:
- Έσωσες το παιδί μου και σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό! Δεν έχω πολλά να σου δώσω για να σε ευχαριστήσω, έλα όμως να σου δώσω λίγο φαγητό.
Έτσι και έγινε. Ο δράκος ακολούθησε τη γυναίκα που του πρόσφερε αρκετό φαγητό για να χορτάσει και να δυναμώσει ώστε να συνεχίσει το ταξίδι του. Λίγο πριν φύγει η γυναίκα του είπε:
- Ξέρω ότι δεν μπορώ να σου προσφέρω πολλά, αλλά αν ποτέ χρειαστείς τη βοήθειά μου έλα να με βρεις και εγώ θα κάνω ότι καλύτερο μπορώ.
Ο δράκος έγνεψε καταφατικά και πέταξε μακριά.
Λίγο πιο κάτω συνάντησε έναν ηλικιωμένο χωρικό που καθόταν στην άκρη ενός χωραφιού και έκλαιγε. Ο δράκος πλησίασε προσεκτικά και τον άκουσε να μονολογεί:
- Κάποτε ήμουν δυνατός και μπορούσα να οργώσω και να σπείρω τον αγρό για να βγάλω στάρι και να θρέψω την οικογένειά μου. Τώρα πια γέρασα και δεν είμαι ικανός να σύρω το αλέτρι. Αν δεν καταφέρω να τελειώσω γρήγορα τη δουλεία θα πρέπει να πουλήσω και τον αγρό και το αλέτρι για να βγάλω λεφτά να μπορώ να ταΐσω τα παιδιά μου.
Το άκουσε αυτό ο μικρός δράκος και στενοχωρήθηκε. Χωρίς να το πολυσκεφτεί πλησίασε, έπιασε το αλέτρι και μέσα σε πολύ λίγο χρόνο είχε οργώσει όλο το χωράφι. Ο χωρικός είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό και δεν πίστευε στα μάτια του. Όταν τελείωσε τον πλησίασε και του είπε:
- Σ΄ευχαριστώ για ό,τι έκανες για μένα. Δυστυχώς είμαι πολύ φτωχός και δεν έχω τίποτα να σου προσφέρω ως αντάλλαγμα. Να πάρε το φαγητό που είχα φέρει από το σπίτι μου και αν ποτέ με χρειαστείς έλα να με βρεις και εγώ θα κάνω ό,τι μπορώ για να σε βοηθήσω.
Ο δράκος έγνεψε και πάλι καταφατικά και πέταξε μακριά. Τότε αποφάσισε πως του άρεσε πολύ να βοηθάει τον κόσμο και να παίρνει σαν αντάλλαγμα έστω το φαγητό του, παρά να καίει και να τρομοκρατεί τους ανθρώπους και να κλέβει ό,τι χρειάζεται για να τραφεί.
Έτσι και έγινε. Για χρόνια ο δράκος ζούσε ανάμεσα στους ανθρώπους οι οποίοι των αγαπούσαν και τον εκτιμούσαν για την καλοσύνη και τη βοήθεια που τους προσέφερε παρόλο που θα μπορούσε να τους τρομοκρατεί με τη δύναμή του μιας και όλο και μεγάλωνε σε μέγεθος.
Μια μέρα καθώς πετούσε πάνω από μια λίμνη, κοίταξε χαμηλά και είδε την αντανάκλασή του μέσα στο νερό. Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν πλέον ένας μικρός δράκος, αλλά είχε γίνει τόσο μεγάλος όσο ο πατέρας του και ίσως και λίγο μεγαλύτερος. Στάθηκε στο πλάι της λίμνης και κοίταξε τον εαυτό του για μία ακόμα φορά.
- Πλέον είμαι ένας μεγάλος άσπρος δράκος, σκέφτηκε. Ίσως τώρα αν με δει ο πατέρας μου να μην ντρέπεται για μένα. Με τη σκέψη ότι επιτέλους ο πατέρας του μπορεί να ήταν περήφανος για αυτόν χαμογέλασε και αποφάσισε να πετάξει πίσω στο σπίτι του.
Άνοιξε διάπλατα τα τεράστια πλέον φτερά του και ξεκίνησε το ταξίδι της επιστροφής χωρίς δεύτερη σκέψη.

Όταν έφτασε πίσω στη σπηλιά που ζούσαν οι γονείς του δεν είδε πουθενά τον πατέρα του. Αντίθετα είδε μόνο τη μητέρα του να κλαίει. Πλησίασε γρήγορα κοντά της και την κοίταξε γλυκά.

Comments