Ο καιρός πέρασε, ο δράκος έψαξε προβατάκια
να φάει μα οι βοσκοί τα είχαν κρύψει και σταμάτησε να πηγαίνει στους αγρούς.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα όλοι να νομίζουν πως ο δράκος είχε φύγει μια για πάντα
από την περιοχή τους. Έτσι μια μέρα ένας μπαμπάς και μια μαμά αποφάσισαν να
πάρουν το μικρό αγοράκι τους που το έλεγαν Γιώργο και να πάνε στο ψηλό βουνό να
κάνουν πικ-νικ.
Αφού ανέβηκαν στο βουνό έφτασαν στο λιβάδι
που ήταν κοντά στη σπηλιά του δράκου και μόλις είδαν πόσο ωραία ήταν αποφάσισαν
να κάτσουν εκεί. Η μαμά έστρωσε μια κουβέρτα κάτω από ένα μεγάλο δέντρο ενώ ο
μπαμπάς και ο Γιώργος κυνηγούσαν πεταλούδες και γελούσαν συνέχεια. Μόλις η μαμά
έβγαλε το φαγητό από την τσάντα που το κουβαλούσαν φώναξε δυνατά:
- Μπαμπά, Γιώργο αφήστε επιτέλους ήσυχες
τις καημένες τις πεταλούδες και ελάτε να φάμε!
Αυτοί έτρεξαν αμέσως κοντά στη μαμά και ο
μπαμπάς άρπαξε το μικρό Γιώργο, τον σήκωσε ψηλά και φώναξε:
- Κοίτα μαμά, κοίτα! Ο Γιώργος είναι ένας
δράκος και πετάει ψηλά!
Ο Γιώργος τότε ξεκαρδίστηκε στα γέλια.
Αφού έκατσαν και έφαγαν όλο τους το φαγητό,
η μαμά μάζεψε και ξάπλωσαν να ξεκουραστούν. Εκεί τους πήρε ο ύπνος, αλλά μετά
από λίγο κάτι ξύπνησε το μικρό Γιώργο. Άνοιξε τα μάτια τους και είδε μια
πεταλούδα που είχε κάτσει πάνω στη μύτη του. Προσπάθησε να την πιάσει αλλά αυτή
πέταξε μακριά. Ο Γιώργος σηκώθηκε και άρχισε να την κυνηγάει, αλλά η πεταλούδα
πέταξε πολύ ψηλά και δεν μπόρεσε να την φτάσει. Όταν την έχασε από τα μάτια τους
σταμάτησε να τρέχει και πήγε να γυρίσει πίσω στη μαμά και το μπαμπά του, αλλά
μόλις έστριψε είδε ένα μικρό κάτασπρο κουνελάκι. Γέλασε δυνατά γιατί το
κουνελάκι ήταν πολύ όμορφο και έσκυψε να το χαϊδέψει. Αυτό όμως φοβήθηκε και
άρχισε να τρέχει.
- Στάσου κουνελάκι! Φώναξε ο Γιώργος. Να σε
χαϊδέψω θέλω μόνο!
Και χωρίς να το σκεφτεί άρχισε να τρέχει
ξοπίσω του. Απομακρύνθηκε όμως τόσο πολύ που βρέθηκε μπροστά στη σπηλιά του
κόκκινου δράκου.
- Ζζζζζζ ακούστηκε το ροχαλητό του δράκου
μέσα από τη σπηλιά, μιας και ήταν μεσημέρι και κοιμόταν και αυτός για να
ξεκουραστεί.
Ο Γιώργος αμέσως ξέχασε το κουνελάκι και
πλησίασε την είσοδο της σπηλιάς. Εκεί είδε το δράκο και έμεινε με το στόμα
ανοιχτό.
- Είναι τόσο όμορφος! Είπε το παιδί και δεν
ένιωσε καθόλου φόβο.
Πλησίασε σιγά σιγά, άπλωσε το χεράκι του
και έπιασε το ρουθούνι του δράκου.
- Αψού!! Έκανε ο δράκος δυνατά και
πετάχτηκε πάνω.
Κοίταξε γύρω γύρω να δει ποιος τον είχε
ξυπνήσει μα το παιδάκι ήταν μικρό και δεν το πρόσεξε. Πήγε λοιπόν να κοιμηθεί
πάλι όταν ένιωσε κάτι να το γαργαλάει στην πατούσα του. Κοίταξε πιο προσεκτικά
και είδε το μικρό αγόρι να τον χαϊδεύει.
- Είσαι τόσο όμορφος. Είπε το αγόρι σιγανά
και χωρίς να το σκεφτεί αγκάλιασε το μεγάλο δράκο.
Ο δράκος σάστισε! Πότε ξανά κανείς δεν τον
είχε κάνει αγκαλίτσα. Όλοι ήθελαν μόνο να τον διώξουν. Ένιωσε μια γλύκα σε όλο
του το σώμα και η καρδιά του γλύκανε. Κοίταξε το παιδί με αγάπη και το ανέβασε
στην πλάτη του. Βγήκε από την σπηλιά και πέταξε ψηλά στον ουρανό μαζί με το
Γιώργο. Έφτασαν μέχρι τα σύννεφα και ο Γιώργος άπλωνε το χέρι του και μπορούσε
να τα αγγίξει. Ήταν η πιο όμορφη βόλτα που είχαν κάνει ποτέ και οι δύο.
Λίγο μετά ο δράκος γύρισε πίσω στη σπηλιά
μαζί με το παιδί. Εκεί βρήκε τους γονείς του που είχαν ξυπνήσει και όλη αυτή
την ώρα τον έψαχναν. Κατέβασε προσεκτικά το Γιώργο από την πλάτη του και τον
ακούμπησε μπροστά τους.
- Μαμά, μπαμπά πέταξα ψηλά μαζί με το δράκο
και έπιασα τα σύννεφα! Ήταν τόσο όμορφα μαμά! Μπαμπά ήξερες ότι αν ακουμπήσεις
τα σύννεφα αυτά αλλάζουν σχήμα; Φώναζε ο μικρός καθώς έτρεχε προς το μέρος
τους.
Οι γονείς του που είχαν ανησυχήσει όλη αυτή
την ώρα τον πήραν αγκαλιά και τον φίλησαν με ανακούφιση.
- Αλήθεια αλλάζουν σχήμα; Είπε ο μπαμπάς
του.
- Ναι μπαμπά αλήθεια. Μόλις έβαζα το χέρι
μου τα σύννεφα άνοιγαν στα δυο.
Τότε ο μπαμπάς πλησίασε το δράκο κ του
είπε:
- Σ’ευχαριστώ που φρόντισες το γιό μου. Οι
βοσκοί λένε σε όλους ότι έφυγες μακριά, αλλά προφανώς λένε ψέματα. Εμείς τώρα
ξέρουμε ότι δεν είσαι κακός και θα σου φέρνουμε φαγητό ώστε να μην χρειάζεται
να τρως τα ζώα τους και προσπαθήσουν να σε διώξουν ξανά.
Έτσι και έγινε. Από εκείνη την ημέρα
πήγαιναν συχνά στο βουνό και έδιναν φαγητό στο δράκο που είχε γίνει πλέον φίλος
τους και κυρίως με το μικρό Γιώργο. Κάθε φορά τον έπαιρνε στην πλάτη του,
πετούσαν ψηλά στον ουρανό και μετά ο Γιώργος ξάπλωνε στην κοιλιά του δράκου και
κοιμόταν ξέροντας ότι εκεί δεν θα μπορούσε κανείς να τον πειράξει.
Τα
χρόνια πέρασαν και η φιλία αυτή γινόταν όλο και πιο δυνατή μέχρι που ο δράκος
και το αγόρι γέρασαν και δεν μπορούσαν πια να πετάξουν, αλλά κάθονταν ο ένας
δίπλα στον άλλο με τις ώρες και απολάμβαναν τη θέα πάνω από το βουνό και τα
ζωάκια που έπαιζαν γύρω από τη λίμνη.
Comments
Post a Comment