Μια φορά
και έναν καιρό σε τόπο μακρινό ζούσε ένας θλιμμένος πορτοκαλί δράκος. Ήταν
μόνος του και στο γύρω τόπο δεν υπήρχε κανείς άλλος σαν αυτόν. Κάθε πρωί
ξυπνούσε ελπίζοντας ότι θα είναι αλλιώς. Ότι θα βρει κάποιο φίλο να μοιραστούν
τις μέρες και τα όνειρα τους μα τίποτα δεν γινόταν. Σκέφτηκε να γίνει φίλος με
άλλα ζώα μα όπως ήταν μεγάλος, δυνατός και πετούσε φωτιές από το στόμα του όλοι
τον φοβόντουσαν και κανείς δεν ήθελε να περνάει χρόνο μαζί του.
Μια μέρα καθόταν πάνω στο κοκκινόχωμα. Ήταν ο
τρόπος του να μην τον βλέπουν οι άνθρωποι που τον φοβόντουσαν και έτσι να τους
πλησιάζει και να ακούει τι λένε. Τότε πέρασαν δύο νέοι που συζητούσαν μεταξύ
τους:
- Αλήθεια σου λέω το άκουσα. Έλεγε ο ένας.
- Σιγά μην υπάρχουν δράκοι στο δάσος. Μεθυσμένος
θα ήταν αυτός που το είπε. Απάντησε ο άλλος που ήθελε να δείχνει πιο έξυπνος. Αφού
ξέρεις ότι οι δράκοι είναι μυθικά όντα.
Ο δράκος κρατήθηκε με δυσκολία να μην πεταχτεί από
τη χαρά του. Δράκοι στο δάσος! Αυτό έπρεπε να το ψάξει άμεσα. Μόλις οι νέοι
απομακρύνθηκαν αρκετά ώστε να μην τον βλέπουν πέταξε ψηλά με κατεύθυνση το
κοντινό δάσος. Όταν έφτασε παρατήρησε ότι τα δέντρα ήταν πολύ πυκνά και δεν
χωρούσε να περάσει ανάμεσα. Στάθηκε λοιπόν σε ένα λόφο και παρακολουθούσε
περιμένοντας να δει κάποιο δράκο. Είδε πουλιά να πετούν και σκιουράκια να
πηδάνε από δέντρο σε δέντρο μα πουθενά δράκους. άρχισε να απογοητεύεται και
σκεφτόταν να γυρίσει, όταν άκουσε βήματα πίσω του. Γύρισε και είδε ένα πράσινο
δράκο με χρυσά φτερά.
- Υπάρχουν όντως δράκοι
εδώ! Φώναξε με χαρά.
- Βεβαίως και υπάρχουν.
Απάντησε ο πράσινος χαμογελώντας. Σε βλέπουμε ώρα ανάμεσα από τα δέντρα και
αναρωτιόμαστε τι θα ήθελες εδώ.
- Ώστε είστε πολλοί; Και
εγώ γιατί δεν μπορώ να σας δω;
- Έχουμε μάθει να
κρυβόμαστε ανάμεσα στα δέντρα. Κανείς δεν μας βλέπει αν δεν θέλουμε. Απάντησε
περήφανα ο πράσινος δράκος.
- Ψάχνω φίλους και άκουσα
για σας. Θέλετε να γίνουμε φίλοι; Ρώτησε ο πορτοκαλί δράκος γεμάτος ελπίδα.
Ο πράσινος δράκος έμεινε για λίγο σιωπηλός. Στη
συνέχεια απάντησε.
- Φοβάμαι ότι δεν γίνεται
να ζήσεις μαζί μας. Είσαι πολύ μεγάλος και δεν χωράς στο δάσος. Άσε που βγάζεις
φωτιά από το στόμα σου. Αυτό είναι επικίνδυνο για τα δέντρα που μπορεί να
καούν.
Ο πορτοκαλί δράκος
στενοχωρήθηκε πολύ.
- Δηλαδή δεν με θέλετε;
Ρώτησε σχεδόν κλαίγοντας. Πάλι μόνος μου θα μείνω;
Ο πράσινος δράκος
στενοχωρήθηκε που τον έβλεπε έτσι και του είπε:
- Μην απογοητεύεσαι. Λίγο
πιο κάτω περνάει ένα ποτάμι που μέσα του ζει ένας ποταμόδρακος. Πήγαινε να τον
βρεις. Με το ποτάμι ταξιδεύει μακριά και ίσως να ξέρει που ζουν και άλλοι δράκοι.
Ο πορτοκαλί πέταξε γρήγορα
προς το ποτάμι. Μόλις τον είδε ο ποταμόδρακος φοβήθηκε ότι θα τον φάει και
έτρεξε να κρυφτεί. Ο πορτοκαλί δράκος τον πρόλαβε.
- Συγγνώμη που σε ενοχλώ,
δεν θα σε πειράξω, αλλά ψάχνω φίλους.
Ο ποταμόδρακος έβγαλε το
κεφάλι από το νερό.
- Το ποτάμι δε σε χωράει
ώστε να μπορείς να μπεις μέσα και να παίξουμε παρέα. Είπε στο δράκο. Όμως αν το
ακολουθήσεις φτάνει μέχρι τη θάλασσα. Εκεί ζει ένας μπλε δράκος μεγάλος σαν και
σένα.
- Ευχαριστώ απάντησε ο
πορτοκαλί δράκος και έφυγε πετώντας για τη θάλασσα. Έφτασε το σούρουπο και είδε
το μπλε δράκο να βγαίνει από το νερό.
- Γειά! Φώναξε.
Ο μπλε γύρισε να κοιτάξει
ποιος του μιλούσε.
- Γειά σου και σένα.
Απάντησε χαμογελώντας.
- Ψάχνω φίλους. Στον τόπο
που μεγάλωσα ζούσα μόνος μου και δεν αντέχω άλλο τη μοναξιά.
- Πολύ θα ήθελα να γίνουμε
φίλοι. Είπε ο μπλε δράκος. Και εγώ μόνος μου ζω. Τώρα όμως είναι ώρα για ύπνο.
Θα τα πούμε το πρωί.

Comments
Post a Comment