Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα μακρινό βασίλειο.
Εκεί ζούσε ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα που δεν είχαν καθόλου παιδιά. Τη
βασίλισσα δεν την πείραζε, αλλά ο βασιλιάς ήθελε πολύ ένα παιδί. Γενικά ήταν
καλός και δίκαιος άρχοντας και του άρεσε να ταξιδεύει στο βασίλειο του για να βλέπει
τα προβλήματα του κόσμου και να τους βοηθάει να
τα λύσουν. Πίστευε άλλωστε ότι μια χώρα δεν διοικείται πίσω από τείχη
και κάστρα.
Σε ένα τέτοιο ταξίδι επισκέφτηκε ένα χωριό του
βασιλείου που τον είχαν ενημερώσει ότι ο πάγος είχε καταστρέψει τις καλλιέργειες
τους, ώστε να δει από κοντά τι συμβαίνει. Όταν έφτασε εκεί είδε πόνο και
δυστυχία παντού. Κατέβηκε από την άμαξα του και περπάτησε ανάμεσα στα σπίτια.
Παντού υπήρχαν άνθρωποι με σκυθρωπά πρόσωπα λιωμένα από την πείνα. Όταν έφτασε
στην πλατεία του χωριού σταμάτησε και διέταξε τους ακόλουθους του να του φέρουν
δύο μεγάλα μπαούλα που είχε στο πίσω μέρος της άμαξας. Αυτοί έτρεξαν και σε
λίγα λεπτά επέστρεψαν με τα μπαούλα.
- Παρακαλώ όλοι οι κάτοικοι
του χωριού να εμφανιστούν μπροστά μου. Φώναξε.
Σιγά σιγά ο κόσμος που τον
είχε δει στο δρόμο άρχισε να πλησιάζει. Ο άρχοντας τότε άνοιξαν τα μπαούλα που
ήταν γεμάτα λεφτά.
- Κάθε κάτοικος του χωριού
δικαιούται 100 χρυσά νομίσματα φώναξε. Παρακαλώ πλησιάσετε.
Οι ακόλουθοι του βασιλιά
άρχισαν να μοιράζουν λεφτά ενώ ο βασιλιάς συνέχισε:
- Δεν δέχομαι στο βασίλειο
μου να υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν να φάνε αν οι αποθήκες του παλατιού
έχουν λεφτά. Αν πεινάσουμε θα το κάνουμε όλοι μαζί.
Περίμενε μέχρι να πάρει
και ο τελευταίος κάτοικος και μετά διέταξε τους φρουρούς να κοιτάξουν σε όλα τα
σπίτι μήπως κάποιος ανήμπορος δεν μπόρεσε να πάει στην πλατεία. Μετά από αρκετή
ώρα γύρισαν μαζί με ένα μικρό κορίτσι.
- Κύριε δώσαμε σε όλους
χρήματα αλλά βρήκαμε αυτή τη μικρή μόνη της. Οι γονείς της έχουν πεθάνει. Να
την πάμε στο ορφανοτροφείο;
- Δεν έχει κανέναν εδώ;
- Όχι ρωτήσαμε παντού.
- Κορίτσι μου θέλεις να
έρθεις μαζί μας;
Η μικρή κούνησε το κεφάλι καταφατικά.
- Εντάξει πάμε στην άμαξα.
Διέταξε ο βασιλιάς.
Όταν έφτασαν της έδωσε να
φάει και τρόμαξε από το ποσό πεινασμένη ήταν. Αφού χόρτασε τη ρώτησε για αυτή
και την οικογένεια της. Το κορίτσι ήταν απλοϊκό αλλά έξυπνο και είχε αγνή ψυχή.
Σιγά σιγά κέρδισε το ενδιαφέρον του βασιλιά. Όταν έφτασαν μπροστά στο
ορφανοτροφείο Ο βασιλιάς αρνήθηκε να κατεβάσει το κορίτσι και διέταξε να τους
πάνε στο παλάτι. Η μικρή τον κοίταξε ερωτηματικά.
- Εσύ δεν έχεις γονείς και
εγώ δεν έχω παιδιά. Θα ήθελες να γίνεις κόρη μου;
Το κορίτσι δεν μπορούσε να
πιστέψει στην τύχη της. Αγκάλιασε το βασιλιά και έγνεψε καταφατικά βουρκωμένα. Όταν
όμως έφτασαν στο παλάτι η βασίλισσα δεν χάρηκε και τόσο.
- Μήπως έπρεπε να με
ρωτήσεις πρώτα; Είπε θυμωμένη στο βασιλιά.
- Είναι πολύ καλό παιδί θα
δεις. Απάντησε αυτός. Άλλωστε εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε παιδιά και ξέρεις
πολύ καλά πόσο το ήθελα. Δώσε της μια ευκαιρία και θα την αγαπήσεις.
Η βασίλισσα όμως δεν
συμφωνούσε και έβραζε από θυμό. Η μικρή που πλέον έγινε πριγκίπισσα ήταν πολύ
καλή και γλυκιά. Όλοι την αγαπούσαν εκτός από τη βασίλισσα. Ο βασιλιάς την
έπαιρνε παντού μαζί του για να τη διδάξει πως να διοικεί το βασίλειο και ενθουσιαζόταν
από την καλοσύνη και τους τρόπους της.
- Είναι πολύ περήφανος για
σένα. Της είπε μια μέρα που την είδε να μοιράζει το κολατσιό της σε δύο φτωχά παιδιά.
- Όταν πεινάσεις μια φορά
δεν το ξεχνάς ποτέ. Του απάντησε αυτή γλυκά και ο βασιλιάς δάκρυσε.
Τα χρόνια περνούσαν και ο
βασιλιάς αρρώστησε βαριά. Λίγο πριν πεθάνει ανακοίνωσε στο βασίλειο του ότι
αφήνει τη θέση του στην κόρη του. Αυτό εξόργισε τη βασίλισσα που δεν θεωρούσε
τη μικρή παιδί της. Έτσι διέταξε να πιάσουν τη μικρή και να την κλείσουν σε ένα
μακρινό πύργο και για να βεβαιωθεί ότι δεν θα βγει ποτέ από κει διέταξε να
φυλακίσουν ένα μεγάλο μαύρο δράκο που ζούσε ειρηνικά στα βουνά της χώρας και να
τον βάλουν να τη φυλάει. Έπειτα ανακοίνωσε ότι η πριγκίπισσα έπεσε από το άλογο
και σκοτώθηκε και στέφθηκε η ίδια βασίλισσα της χώρας. Ο λαός στενοχωρήθηκε
πολύ από την απώλεια της πριγκίπισσας και πιο πολύ από τη νέα βασίλισσα που
ήταν φιλάργυρη και δεν είχε καμία σχέση με τον άντρα της. Ξόδευε τα πλούτη σε
χορούς και Διασκέδαση και αδιαφορούσε για το λαό της.
Comments
Post a Comment