Ο Κόκκινος Δράκος Μέρος 1ο

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας μεγάλος κόκκινος δράκος. Ήταν τόσο μεγάλος, όσο ένα σπίτι και είχε δυο τεράστια φτερά που όταν τα άνοιγε σκέπαζαν τον ήλιο και όποιος τύχαινε να είναι εκεί κοντά νόμιζε πως ξαφνικά νύχτωσε! Επίσης μπορούσε να βγάζει φωτιά από το στόμα του και με ένα μόνο φφφφφ μπορούσε να κάψει ένα ολόκληρο δέντρο.
Ο δράκος αυτός ζούσε σε ένα πολύ ψηλό, πανέμορφο βουνό που είχε ένα ολόκληρο δάσος και ποταμάκια κυλούσαν στις πλαγιές του. Το σπίτι του ήταν μια σπηλιά κοντά σε ένα λιβάδι που στην άκρη του είχε μια υπέροχη μεγάλη γαλάζια λίμνη στην οποία κατέληγαν δυο μικρά ποταμάκια με πεντακάθαρα νερά. Γύρω από τη λίμνη ζούσαν μικρά ζωάκια, πεταλούδες και πουλιά που έφτιαχναν τις φωλιές τους στα δέντρα που φύτρωναν κοντά στο νερό και προσέφεραν σκιά με τα φυλλώματά τους. Του δράκου του άρεσε να πηγαίνει στη λίμνη και να κοιτάει την αντανάκλασή του, γιατί ήταν ο μοναδικός δράκος που ζούσε σε εκείνα τα μέρη και δεν είχε κανέναν φίλο, αλλά ούτε και οικογένεια. Ένιωθε διαφορετικός και μόνος. Τα άλλα πλάσματα του βουνού τον φοβόντουσαν και με τα χρόνια είχε συνηθίσει και αυτός να μην τα προσέχει καν. Τα πρωινά ξυπνούσε και πετούσε ψηλά ψηλά στον ουρανό παίζοντας με τα σύννεφα. Του άρεσε να πετάει κάθε μέρα όλο και πιο ψηλά και ένιωθε ανίκητος. Όταν πεινούσε κατέβαινε στους αγρούς και έτρωγε προβατάκια και κατσικάκια, γιατί πίστευε ότι ήταν η πιο νόστιμη τροφή, αλλά τα ζώα αυτά τα είχαν βοσκοί και τα έτρεφαν για τις οικογένειές τους. Κάθε φορά που κατέβαινε με φόρα ανάμεσα από τα σύννεφα όλος ο κάμπος σκοτείνιαζε ξαφνικά και πριν οι άνθρωποι προλάβουν να αντιδράσουν άρπαζε την τροφή του και χανόταν ξανά στα σύννεφα. Γι’ αυτό οι βοσκοί ήθελαν να τον διώξουν για να πάψει να τους τρώει τα ζώα τους, αλλά δεν ήξεραν που ζούσε.

Μια μέρα ένας βοσκός ανέβηκε πάνω στο βουνό που ζούσε ο δράκος γιατί είχε χάσει ένα αρνάκι του και έψαχνε να το βρει. Ψάχνοντας έφτασε στο λιβάδι με την όμορφη λίμνη και ενθουσιάστηκε με την ομορφιά του τόπου. Άρχισε να περιφέρεται στο λιβάδι και να χαζεύει τα λουλούδια και τα πουλιά. Κάτω από ένα δέντρο βρήκε μανιτάρια και τα μάζεψε για να τα πάει στο σπίτι του να τα φάει. Καθώς δεν είχε μαζί του κάτι να τα τοποθετήσει τα έκρυψε μέσα στην μπλούζα του και συνέχισε τη βόλτα του. Λίγο πιο κάτω βρέθηκε μπροστά στην είσοδο της σπηλιάς που ζούσε ο δράκος μα αυτός δεν ήταν εκείνη την ώρα εκεί. Μπήκε μέσα και εντυπωσιάστηκε με το πόσο μεγάλη και ψηλή ήταν. Την ώρα που έβγαινε από τη σπηλιά και ετοιμαζόταν να φύγει, ο ήλιος κρύφτηκε και ο ουρανός σκοτείνιασε. Ο βοσκός σκέφτηκε ότι μάλλον θα βρέξει και σήκωσε το βλέμμα του προς τον ουρανό. Ξαφνικά είδε ότι αυτό που είχε κρύψει τον ήλιο ήταν τα φτερά του δράκου, ο οποίος πήγαινε προς τη σπηλιά. Φοβήθηκε τόσο πολύ που του έπεσαν τα μανιτάρια και όσο πιο γρήγορα μπορούσε κρύφτηκε πίσω από κάτι βράχια και κοίταξε πάλι το δράκο ελπίζοντας να μην τον έχει δει. Για καλή του τύχη ο δράκος δεν είχε αντιληφθεί την παρουσία του και μπήκε μέσα στην σπηλιά ήσυχα ήσυχα πατώντας τα μανιτάρια. Ο βοσκός περίμενε μέχρι που άκουσε το δράκο να ροχαλίζει και έτσι βεβαιώθηκε ότι πλέον κοιμόταν βαθιά. Τότε έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε προς το χωριό και κρύφτηκε στο σπίτι του μέχρι την άλλη μέρα το πρωί γιατί φοβόταν ότι ο δράκος μπορεί να τον είχε ακολουθήσει.
Την επόμενη μέρα αποφάσισε να βγει δειλά δειλά από το σπίτι του και αφου βεβαιώθηκε ότι ο δράκος δεν ήταν πουθενά, ζήτησε από τους υπόλοιπους βοσκούς να μαζευτούν στην πλατεία του χωριού.
- Φίλοι μου σας κάλεσα εδώ για να σας πω κάτι πολύ σημαντικό. Του είπε μόλις έφτασε και ο τελευταίος βοσκός.
- Τι θέλεις να μας πεις και μας καθυστερείς από τις δουλείες μας; Ρώτησε ένας από αυτούς κάπως εκνευρισμένος γιατί βιαζόταν.
- Θα ήθελα να σας ενημερώσω ότι χτες το πρωί ψάχνοντας για ένα αρνάκι που είχε χαθεί βρήκα τη σπηλιά του δράκου. Ανακοίνωσε ο βοσκός.
Οι υπόλοιποι βοσκοί έμειναν για λίγο σιωπηλοί, μέχρι που ένας από αυτούς είπε:
- Ε, τότε νομίζω ότι είναι ώρα να προσπαθήσουμε να τον διώξουμε από δω.
- Όχι, όχι είπε ο βοσκός που είχε βρει τη σπηλιά και ακόμα φοβόταν πάρα πολύ. Ο δράκος είναι τεράστιος και μόλις τον είδα από κοντά κατάλαβα ότι δεν έχουμε καμία ελπίδα να τον νικήσουμε. Καλύτερα να τον αφήσουμε στην ησυχία του.
- Μη μου πεις ότι φοβάσαι; Τον ρώτησε ο βοσκός που είχε προτείνει να διώξουν το δράκο και γέλασε ειρωνικά. Οι υπόλοιποι γέλασαν μαζί του για να μην φανεί ότι και αυτοί φοβόντουσαν. Εγώ προτείνω να πάμε και να τον διώξουμε επέμεινε. Οι υπόλοιποι τι λέτε; Είστε μαζί μου η φοβάστε και σεις;
Οι βοσκοί φοβόντουσαν πάρα πολύ, αλλά κανείς τους δεν ήθελε να το παραδεχτεί και έτσι με βαριά καρδιά συμφώνησαν να πάνε να τον διώξουν μακριά για να μην μπορεί να τους φάει τα ζώα που προόριζαν για τις οικογένειές τους.
Έτσι ξεκίνησαν το επόμενο πρωινό αναγκάζοντας το βοσκό να τους δείξει το δρόμο μα μέχρι να φτάσουν εκεί ψηλά στο βουνό είχε ήδη πάει μεσημέρι και είχαν κουραστεί, αλλά δεν ήθελαν να το παραδεχτούν. Όταν έφτασαν ο βοσκός που είχε βρει τη σπηλιά έφυγε βιαστικά και τους άφησε μόνους τους. Αυτοί πλησίασαν δειλά δειλά τη σπηλιά και τον βρήκαν να κοιμάται.
- Ζζζζζ, άκουσαν το δράκο να ροχαλίζει.
- Ευκαιρία, είπε ένας βοσκός, τώρα που κοιμάται να τον τρομάξουμε και να φύγει μακριά.
- Ναι, αλλά πώς θα το κάνουμε; Είναι μεγάλος και δυνατός, πώς μπορούμε εμείς να τον τρομάξουμε; Ρώτησε ένας άλλος.
- Ζζζζζ ξανακούστηκε ο δράκος ακόμα πιο δυνατά και οι βοσκοί τινάχτηκαν από το φόβο τους.
- Μπορούμε να αρχίσουμε να φωνάζουμε όλοι μαζί πολύ δυνατά. Τώρα που κοιμάται δεν θα καταλάβει ποιος είναι, θα τρομάξει και θα πετάξει μακριά! Αναφώνησε ένας άλλος και οι υπόλοιποι βρήκαν την ιδέα του πολύ καλή και συμφώνησαν μαζί του.
Έτσι χωρίς να το σκεφτούν δεύτερη φορά άρχισαν να φωνάζουν όλοι μαζί και να κουνάνε τα χέρια τους προς το δράκο.
- ΑΑΑΑΑΑ φώναζαν κάποιοι.
- ΟΟΟΟΟΟ φώναζαν κάποιοι άλλοι.
- ΕΕΕΕΕΕΕ φώναζαν μερικοί ακόμα.
Ο δράκος πετάχτηκε ξαφνικά τρομαγμένος από τη φασαρία, αλλά για κακή τους τύχη δεν πέταξε μακριά όπως ήλπιζαν αλλά άνοιξε τα τεράστια μάτια του και τους κοίταξε έναν έναν. Οι βοσκοί φοβήθηκαν τόσο πολύ που σταμάτησαν να φωνάζουν με μιάς και πάγωσαν. Τότε ο δράκος σηκώθηκε και μόλις είδαν πόσο μεγάλος ήταν άρχισαν να τρέχουν μακριά του.
- Φφφφφ έκανε ο δράκος καθώς έφευγαν και έβγαλε φωτιά από το στόμα του και έκαψε τους πισινούς των βοσκών.
- Άου άου φώναξαν αυτοί και γρήγορα γρήγορα έπεσαν μέσα στη λίμνη που ήταν εκεί κοντά για να δροσιστούν.
- Αι, τι ωραία δροσιά ξεφύσηξε ένας από αυτούς.
- Νομίζω ότι δεν ήταν καλή ιδέα να ενοχλήσουμε το δράκο, είπε ένας άλλος καθώς έτριβε τον πισινό του που τον πονούσε. Προτείνω να μην το ξανακάνουμε.
Οι υπόλοιποι βοσκοί συμφώνησαν μαζί του χωρίς δεύτερη σκέψη και όλοι μαζί ξεκίνησαν να γυρίσουν πίσω στο χωριό τους αμίλητοι. Λίγο πριν φτάσουν, αυτός που τους είχε παροτρύνει από την αρχή να διώξουν το δράκο, είπε στους υπόλοιπους:
- Προτείνω να μην πει κανένας μας τι έγινε απόψε πάνω στο βουνό γιατί όλοι θα μας κοροϊδεύουν. Καλύτερα να πούμε ότι διώξαμε το δράκο και για λίγο καιρό να μην αφήνουμε τα ζώα μας ελεύθερα στους αγρούς. Αν είμαστε τυχεροί ο δράκος θα πεινάσει και θα φύγει μόνος του να βρει αλλού φαγητό, οπότε θα γλυτώσουμε.

Έτσι και έγινε. Οι βοσκοί είπαν πως έδιωξαν το δράκο και όλοι στο χωριό ενθουσιάστηκαν. Εκείνο το βράδυ έστησαν ένα μεγάλο χορό στο κέντρο του χωριού, όπου όμως όσοι είχαν πάει στο δράκο στέκονταν όλο το βράδυ όρθιοι και έκαναν πως χορεύουν γιατί τους πονούσε ο πισινός τους και δεν μπορούσαν να κάτσουν.

Comments