Πέρασε ο καιρός, ήρθε το καλοκαίρι και
περνούσαμε όμορφα με τα πιτσιρίκια. Όλη μέρα παίζαμε στην παραλία και και κάθε βράδυ λέγαμε και
ένα δρακοπαραμύθι, μιας και είχαν γίνει τα αγαπημένα τους. Έτσι πριν καλά καλά
το καταλάβουμε το καλοκαίρι τελείωσε και άρχισαν τα πρώτα κρύα, αλλά για πρώτη
φορά δεν με ένοιαζε γιατί ανυπομονούσα να δω τους φίλους μου και πάλι. Όταν ένα
βράδυ ξύπνησα και άκουσα τον ήχο της βροχής στο παντζούρι μου χαμογέλασα μιας
και αυτό σήμαινε ότι ο Δεντρούλης θα ερχόταν σύντομα και τελικά είχα δίκιο. Το
επόμενο κιόλας βράδυ άκουσα τον γνώριμο χτύπο στο παράθυρο του σαλονιού και
έτρεξα να τους ανοίξω.
- Επιτέλους ήρθατε! φώναξα χαρούμενη
ξεχνώντας σχεδόν τα παιδιά που κοιμόντουσαν.
- Σσσς μου έκανε νόημα ο Δεντρούλης
χαμογελώντας ενώ για μια ακόμα φορά έπαιρνε το κανονικά του μέγεθος. Μάλιστα μου
φάνηκε ότι είχε ψηλώσει λίγο από την τελευταία φορά που τον είχα δει και όταν
του το είπα χάρηκε πολύ.
- Τι κάνεις Δήμητρα; με ρώτησε η Ανθούλα με την
τσιριχτή φωνή της που μου είχε λείψει τόσο πολύ.
- Καλά είμαστε όλοι και περιμένουμε καινούριες
ιστορίες, γιατί αυτές αρχίσαμε να τις βαριόμαστε. Είπα χαμογελώντας και
βολέυτηκα στη θέση μου όπως κάθε φορά.
- Τότε ας ξεκινήσουμε αμέσως για να προλάβουμε να
πούμε όσες περισσότερες μπορούμε. Είπε ο Δεντρούλης και ξεκίνησε να μου μιλάει
για τον άσπρο δράκο.
Ο Άσπρος Δράκος
Μια φορά και έναν καιρό σε μια χώρα μακρινή
ζούσε ένας πολύ μεγάλος και δυνατός μαύρος δράκος. Ήταν τόσο μεγάλος όσο μια
εκκλησία και οι υπόλοιποι δράκοι τον σέβονταν και τον φοβόντουσαν μαζί και γι’
αυτό τον είχαν ανακυρήξει βασιλιά των δράκων όλου του βασιλείου.
Ο δράκος αυτός είχε μια γυναίκα – δράκαινα
που ήταν και αυτή εξίσου μεγάλη, δυνατή και μαύρη και ήταν η βασίλισσά του. Η
δράκαινα ήταν σοφή, έξυπνη και στο βάθος είχε καλή καρδιά, μα ο άντρας της ήταν
σκληρός και τιμωρούσε όποιον του εναντιωνόταν.
Μια μέρα η δράκαινα γέννησε ένα μεγάλο
αβγό. Ήταν και οι δυο πολύ χαρούμενοι που θα γίνουν γονείς και περίμεναν με
ανυπομονησία το δρακάκι τους.
- Θα είναι ένας σπουδαίος δράκος, έλεγε ο
βασιλιάς συνέχεια, δυνατός και μεγάλος σαν τους γονείς του.
Η δράκαινα τον άκουγε και χαμογελούσε
γλυκά. Αυτή το μόνο που ήθελε ήταν να είναι γερό και δυνατό το μωρό της.
Πέρασαν δυο χρόνια σχεδόν όταν μια μέρα το
αβγό έσκασε και βγήκε από μέσα ένα μικρό δρακάκι. Το μωρό της ήταν κατάλευκο
σαν το χιόνι και γεννήθηκε πολύ πολύ μικρό, ίσα με ένα μικρό σκυλάκι. Μόλις ο
δράκος είδε το μωρό του απογοητεύτηκε. Όλο έλεγε και ξανάλεγε μα πώς είναι
δυνατόν δυο τόσο μεγάλοι και δυνατοί δράκοι να δημιουργήσουν ένα τόσο μικρό
πλασματάκι. Η γυναίκα του όμως, που λάτρευε το μικρό τους, το έλεγε να κάνει
υπομονή και να δει που σιγά σιγά θα μεγαλώσει και αυτό.
Τα χρόνια περνούσαν και το μικρό δρακάκι
είχε μεγαλώσει λίγο και είχε γίνει όσο ένα γαϊδουράκι. Ήταν ένας μικρός και καλόκαρδος
δράκος που δεν του άρεσε να πειράζει κανένα πλάσμα της φύσης. Ο πατέρας του
προσπαθούσε να τον μάθει να βγάζει φωτιά από το στόμα του και να καίει όποιον
και ό,τι το ενοχλεί μα ο μικρός δεν είχε καμία διάθεση να μάθει.
Μια μέρα τον πήγε σε ένα καταπράσινο λιβάδι
για να κάνει εξάσκηση. Εκεί ο μικρός δράκος άρχισε να τρέχει να γελάει και να
κάνει τούμπες στο γρασίδι.
- Είναι τόσο όμορφα μπαμπά! Φώναξε στον
πατέρα του .
- Δεν σε έφερα εδώ για να παίξεις. Του είπε
αυστηρά ο πατέρας του.
- Συγγνώμη πατέρα. Είπε λυπημένος ο μικρός
και σταμάτησε αμέσως τα παιχνίδια.
- Πρέπει να μάθεις να βγάζεις φωτιές. Είπε
ξανά ο πατέρας του αυστηρά. Να βλέπεις αυτό εκεί το δέντρο; Θέλω να φυσήξεις
δυνατά και να το κάψεις.
Ο μικρός δράκος πλησίασε τον πατέρα του και
κοίταξε το δέντρο.
- Μπαμπά είναι πολύ μεγάλο, δεν νομίζω ότι
μπορώ, είπε.
- Προσπάθησε. Επέμεινε ο πατέρας του.
- Φφφφφ έκανε το μικρό δρακάκι και έβγαλε
μια μικρή φωτίτσα που μόλις και κατάφερε να κάψει ένα μικρό κλαράκι.
Ο μικρός κοίταξε λυπημένος το δέντρο και
πλησίασε να δει τι είχε καταφέρει. Μόλις έφτασε κοντά είδε ότι στο δέντρο ήταν
μια φωλιά με μικρά πουλάκια.
Ο πατέρας του ξεφύσηξε απογοητευμένος και
του είπε:
- Πρέπει να προσπαθήσεις ξανά, να κοίτα
εμένα.
Και αμέσως έκανε ένα δυνατό φφφφφ προς το
δέντρο.
- Όχι μπαμπά, μη! Φώναξε το δρακάκι και
έτρεξε στο δέντρο αρπάζοντας τη φωλιά πριν προλάβει να το κάψει ο πατέρας του.
- Τι έκανες εκεί; Ρώτησε ο πατέρας του.
- Μπαμπά στο δέντρο ήταν μια φωλιά με μικρά
πουλάκια. Θα τα έκαιγες.
- Δεν ήταν δουλειά σου να πάρεις τη φωλιά.
Όταν βάζεις μια φωτιά πρέπει να είσαι ικανός να κάψεις οτιδήποτε στο πέρασμά
σου. Του είπε ο μπαμπάς θυμωμένος.
- Μα πατέρα τα πουλάκια δεν έφταιξαν σε
τίποτα. Είπε το μικρό δρακάκι έτοιμο να βάλει τα κλάματα.
Τότε ο μπαμπάς του θύμωσε πάρα πολύ!
- Είσαι ένας δράκος, του φώναξε. Είσαι ο
γιος του μεγαλύτερου και δυνατότερου δράκου όλων των εποχών και πρέπει να
μάθεις να φέρεσαι αναλόγως!
- Μα μπαμπά… είπε το δρακάκι σιγανά.
- Δεν ακούω τίποτα, φώναξε πάλι ο πατέρας
του. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς εγώ και η μητέρα σου βγάλαμε έναν τόσο μικρό και
αδύναμο δράκο σαν και σένα που δεν είναι ικανός για τίποτα.
Και πριν προλάβει ο γιος του να πει κάτι
άνοιξε τα τεράστια φτερά του και πέταξε μακριά.
Το μικρό έμεινε μόνο του στο λιβάδι μην
ξέροντας τι να κάνει. Κοίταξε τα πουλάκια και είπε σιγανά:
- Ο μπαμπάς μου δεν με αγαπάει.
Χωρίς να το σκεφτεί άνοιξε τα μικρά φτερά
του και πέταξε προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Comments
Post a Comment