Το Δάκρυ του Δράκου Μέρος 2ο

Οι κλέφτες γελούσαν καθώς πλησίαζαν.
- Σιγά μη σου έδωσε κάποιος κάτι τόσο μεγάλης αξίας. Όπως το έκλεψες έτσι θα στο πάρουμε και εμείς.
Μόλις όμως άπλωσαν το χέρι τους να πάρουν το διαμάντι, πίσω τους ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος. Γύρισαν και είδαν ξαφνικά μπροστά τους ένα μεγάλο μοβ δράκο. Μόλις τον αντίκρισαν φοβήθηκαν πολύ.
- Μη μας πειράξεις, του είπαν. Θα φύγουμε!
Ο δράκος τους έκανε χώρο να περάσουν και πλησίασε το παιδί που μόλις άνοιξε τα μάτια του και τον είδε έτρεξε στην αγκαλιά του.
- Ήρθες! Σ’ ευχαριστώ που ήρθες! Ήθελαν το δάκρυ σου.
Ο δράκος πήρε το παιδί στα χέρια του και το γύρισε στο σπίτι του. Έπειτα έφυγε ξανά. Οι κλέφτες που είχαν κρυφτεί εκεί κοντά και τα είδαν όλα είχαν μείνει με ανοιχτό το στόμα από την έκπληξη.
- Πρέπει να πάρουμε το διαμάντι. Είπε τέλος ο ένας.
- Πλάκα κανείς έτσι; Δεν μπορούμε να τα βάλουμε με το δράκο.
- Θα το κάνουμε με πονηριά. Αν ο δράκος ακούει το διαμάντι μετά μπορούμε να τον ελέγχουμε και θα γίνουμε ανίκητοι. Ακολούθησε με και θα το κανονίσω εγώ.
Οι κλέφτες πλησίασαν στο σπίτι και περίμεναν να επιστρέψουν οι γονείς του παιδιού. Λίγη ώρα μετά τους είδαν να πλησιάζουν κατάκοποι.
- Θα τους μιλήσεις τώρα; Ρώτησε ο δεύτερος κλέφτης.
- Όχι ακόμα, περίμενε.
Λίγη ώρα μετά το παιδί βγήκε από το σπίτι και απομακρύνθηκε.
- Τώρα είναι ευκαιρία. Ακολούθησε με. Είπε και χτύπησε την πόρτα του σπιτιού.
- Περάστε, φώναξε ο πατέρας από μέσα.
Οι κλέφτες άνοιξαν την πόρτα και μπήκαν στο σπίτι.
- Καλησπέρα σας, είπαν. Συγχωρέστε το θάρρος μας αλλά έχουμε να σας κάνουμε μια πρόταση που πιστεύουμε ότι θα σας ενδιαφέρει. Βλέπετε εμείς έχουμε ένα εργαστήριο που φτιάχνουμε κοσμήματα. Στο παζάρι είδαμε ένα παιδί που φορούσε στο λαιμό του ένα μεγάλο διαμάντι. Μπορώ να πω από τα μεγαλύτερα που έχω δει. Ρωτήσαμε και μας είπαν ότι το παιδί είναι γιος σας και ήρθαμε να σας ρωτήσουμε αν ενδιαφέρεστε να μας το πουλήσετε.
- Ο γιος μου διαμάντι; Αυτό αποκλείεται είπε ο πατέρας. Θα το ξέραμε. Βλέπετε που ζούμε πιστεύετε ότι θα είχαμε τέτοια πλούτη;
- Ίσως κάναμε λάθος είπε πάλι ο κλέφτης, αλλά για να είμαστε απόλυτα σίγουροι μήπως θα θέλατε να ρωτήσετε και το γιο σας; Θα ήταν κρίμα να φεύγαμε με άδεια χέρια αν τελικά έχουμε δίκιο.
Ο πατέρας έδειξε προβληματισμένος και εκείνη την ώρα επέστρεψε το παιδί. Μόλις είδε τους κλέφτες πάγωσε.
- Τι θέλουν αυτοί εδώ; Είναι κλέφτες. Φώναξε.
- Όχι κάποιο λάθος κανείς εμείς θέλαμε μόνο να σου κάνουμε μια προσφορά είπε ο ένας πονηρά.
- Παιδί μου, είπε ο πατέρας του αυστηρά. Οι κύριοι λένε ότι έχεις ένα διαμάντι. Είναι αλήθεια;
Το παιδί δεν απάντησε.
- Έλα κοντά μου.
Μόλις πλησίασε ο πατέρας του τράβηξε το κορδόνι και φάνηκε το δάκρυ του δράκου.
- Που το βρήκες αυτό; Ρώτησε σαστισμένος
- Μου το έδωσε ένας φίλος.
- Κανένας φίλος σου δεν έχει τόσα χρήματα ώστε να κάνει σε σένα ένα τέτοιο δώρο. Πες μου που το βρήκες.
Το παιδί ξεροκατάπιε.
- Τυχαία το βρήκα στο δρόμο. Είπε ψέματα. Μου άρεσε και το κράτησα. Σε παρακαλώ μπαμπά μη μου το πάρεις.
Τότε ο πατέρας του θύμωσε.
- Δουλεύουμε όλη μέρα και δεν έχουμε καλά καλά να φάμε και εσύ κρατάς κάτι τόσο μεγάλης αξίας γιατί απλά σου αρέσει; Θα το πουλήσουμε. Οι κύριοι ήρθαν να το αγοράσουν και θα τους το δώσεις τώρα αμέσως.
- ΌΧΙ φώναξε το παιδί και έκανε να φύγει αλλά ο πατέρας του έκοψε το κορδόνι και πήρε το διαμάντι. Τι μας δίνετε για να το πουλήσουμε; Ρώτησε τους κλέφτες.
Αυτοί γέλασαν πονηρά.
- Πολλά. Είπαν πετώντας ένα σακούλι με λεφτά πάνω στο τραπέζι. Ο πατέρας τα κοίταξε και χαμογέλασε.
- Δικό σας είπε και τους έδωσε το διαμάντι ενώ το παιδί έκλαιγε σιωπηλά.
- Σε παρακαλώ μπαμπά μη. Είπε δειλά αλλά ο πατέρας του δεν τον άκουσε.
Οι κλέφτες έφυγαν χαρούμενοι από το σπίτι και λίγα μέτρα πιο κάτω αποφάσισαν να δοκιμάσουν το δάκρυ. Το πήραν στα χέρια τους και ο ένας φώναξε:
- Δράκε, δράκε είσαι εδώ; Άντε έλα να σε δούμε λίγο.
Τότε άκουσε ένα θόρυβο πίσω του και γύρισε να κοιτάξει. Ήταν ο μοβ δράκος που τους κοιτούσε θυμωμένος.
- Τώρα εγώ έχω το διαμάντι σου και εμένα θα ακούς. Πήγαινε στο σπίτι και φέρε μου πίσω τα λεφτά που έδωσα και μετά έλα γιατί έχουμε δουλειές να κάνουμε.
Για κακή τους τύχη όμως το δάκρυ δεν είχε καμία δύναμη πάνω στο δράκο. Μπορεί να άκουγε όποιον του μιλούσε αλλά αυτός το είχε δώσει στο παιδί και εκεί ανήκε. Με ένα χτύπημα της ουράς του έριξε κάτω τους κλέφτες, πήρε το δάκρυ και πέταξε προς το σπίτι του παιδιού. Όταν μπήκε μέσα άκουσε τον πατέρα του παιδιού να το μαλώνει.
- Είναι δυνατόν να μην έχουμε να φάμε και εσυ να κρύβεις τέτοιο θησαυρό; Με αυτά τα λεφτά μπορούμε να φτιάξουμε τη ζωή μας.
Ο δράκος που άκουγε έβγαλε μια κραυγή. Όλοι γύρισαν να τον κοιτάξουν και οι γονείς του παιδιού πάγωσαν.
- Γύρισες! Φώναξε το παιδί και έτρεξε κοντά του. Συγχώρεσε με δεν ήθελα να το δώσω, αλήθεια. Είπε κλαίγοντας.
Ο δράκος έδωσε στο παιδί το δάκρυ και το κοίταξε στα μάτια. Μετά από λίγα λεπτά το παιδί είπε εντάξει.
- Τι εντάξει ρώτησε η μαμά του.
- Οι κλέφτες πήραν το διαμάντι γιατί νόμιζαν ότι ο δράκος υπακούει όποιον το έχει όμως στην πραγματικότητα απλά του επιτρέπει να επικοινωνεί μαζί μου και να ξέρει ότι είμαι καλά. Απαίτησαν να τους πάει τα χρήματα αλλά αυτός μου έφερε πίσω το διαμάντι. Πιστεύει ότι θα επιστρέψουν και προτείνει να πάρουμε τα απαραίτητα και να μας πάρει μακριά από δω.
- Είμαστε 3 δεν θα μπορέσει να μας μεταφέρει. Είπε ο πατέρας του δύσπιστα.
Το παιδί κοίταξε το δράκο και μετά τον πατέρα του.
- Αυτό δεν είναι πρόβλημα. Του είπε. Μόνο πες μας αν συμφωνείς.
- Συμφωνεί απάντησε η μαμά του που αποφάσισε να πάρει την υπόθεση στα χέρια της. Άντρα μου δεν ακούσαμε το παιδί μας και να που βρισκόμαστε τώρα. Ας τον εμπιστευτούμε. Το αξίζει.
- Εντάξει. Θα είμαστε έτοιμοι σε μισή ώρα.
Ακούγοντας το αυτό ο δράκος βγήκε έξω και περίμενε. Όταν βγήκαν οι άνθρωποι από το σπίτι εκτός από το μοβ δράκο τους περίμεναν ακόμα ένας κόκκινος και ένας μπλε δράκος.
- Ποιοι είναι αυτοί; Ρώτησε εντυπωσιασμένος ο πατέρας του παιδιού.
- Οι γονείς του μοβ δράκου. Είπε το παιδί χαμογελώντας.
Τότε ο πατέρας του γονάτισε και πήρε το παιδί στην αγκαλιά του.
- Συγχώρεσε με που δεν σου έδωσα την ευκαιρία να μου εξηγήσεις.
- Δεν πειράζει μπαμπά. Άλλωστε δε θα με πίστευες.

Έπειτα ανέβηκαν στην πλάτη των δράκων και πέταξαν μακριά. Οι δράκοι τους πήγαν σε έναν πανέμορφο και πλούσιο τόπο. Με τα λεφτά των κλεφτών αγόρασαν μια μεγάλη έκταση γης και έχτισαν στην άκρη ένα σπίτι ενώ καλλιεργούσαν την υπόλοιπη. Έζησαν την υπόλοιπη ζωή τους πιο άνετα από πριν και δεν ξανασυνάντησαν ποτέ τους κλέφτες. Όσο για τους δράκους, τους επισκέφτηκαν μερικές φορές αν και δεν χρειάστηκαν τη βοήθεια τους ξανά από τότε.

Comments