Η Γέννηση του Μοβ Δράκου Μέρος 2ο

Ο καιρός περνούσε και η αναζήτηση του μπλε δράκου δεν πήγαινε τόσο καλά με αποτέλεσμα η δράκαινα να αργήσει να γυρίσει στο αβγό της. Μια μέρα περνούσε κοντά από το σορό ένα μικρό παιδί και άκουσε έναν παράξενο ήχο. Κοντοστάθηκε και προσπάθησε να προσδιορίσει από που ερχόταν. Όταν κατάλαβε ότι η φασαρία ερχόταν από το σανό σκέφτηκε ότι ίσως ήταν καλύτερα να φύγει μιας και μπορεί να ήταν κάποιο φίδι, αλλά κάτι μέσα του τον σταμάτησε. Πήρε βαθιά ανάσα και μετακίνησε λίγο σανό για να δει καλύτερα. Η φωνή ακούστηκε τότε πιο δυνατά και έμοιαζε με κλάμα μωρού. Άρχισε να σκάβει πιο γρήγορα και ξαφνικά βρέθηκε μπροστά σε ένα μικρούλη δράκο. Ήταν πανέμορφος. Το χρώμα του ήταν μοβ και είχε δύο τεράστια μπλε μάτια, ενώ τα φτερά του είχαν δύο κόκκινες ρίγες. Το παιδί το κοίταξε με ανοιχτό το στόμα και άπλωσε το χέρι του. Ο δράκος έγειρε το κεφάλι του και κοίταξε το παιδί. Μόλις είδε το χέρι του απλωμένο σκαρφάλωσε στον ώμο του και τύλιξε την ουρά του στο μπράτσο του για να ισορροπήσει. Το παιδί το χάιδεψε με το άλλο χέρι στο πηγούνι.
- Είσαι πανέμορφος. Είπε τελικά. Πως βρέθηκες εδώ;
Ο δράκος κοίταξε στο σανό και το παιδί ακολούθησε το βλέμμα του. Εκεί είδε τα κομμάτια του αβγού.
- Είσαι μωρό! Είπε έκπληκτος. Που είναι η μαμά σου;
Ο δράκος έτριψε το προσωπάκι του στο πρόσωπο του παιδιού.
- Νομίζεις ότι εγώ είμαι η μαμά σου; Όχι όχι, εγώ δεν ξέρω τι να κάνω! Τι χρειάζεται ένα μωρό δράκου;
Ο δράκος πήδηξε από το μπράτσο του και προσπάθησε να φάει λίγο σανό. Του μπήκε ένα στάχυ στη μύτη και φτερνίστηκε. Το παιδί γέλασε δυνατά.
- Πείνας μικρό μου. Είπε. Πρέπει να σου βρω κάτι να φας και κάπου να σε κρύψω, γιατί αν σε βρουν δεν ξέρω τι μπορεί να συμβεί.
Προσεκτικά για να μην τους δει κανείς πήγε το δράκο σε μια παλιά αποθήκη.
- Εσύ περίμενε εδώ. Του είπε. Πάω να σου βρω κάτι να φας.
Ο δράκος έμεινε μόνος του στην αποθήκη, αλλά πεινούσε πολύ. Άρχισε να ψάχνει γύρω του και βρήκε ένα ποντίκι. Όταν το παιδί γύρισε τον βρήκε να το τρώει.
- Κυνηγάς! Είπε με θαυμασμό. Άρα δεν χρειάζεται να ανησυχώ. Και μάλλον είσαι κρεατοφάγος οπότε δεν θα χρειαστείς τη φασολάδα που σου έφερα.
Λέγοντας το αυτό ακούμπησε ένα μπολ στην άκρη. Ο δράκος πλησίασε και μύρισε το φαγητό. Του φάνηκε παράξενο και έτσι το δοκίμασε και τελικά το έφαγε όλο. Μετά ξάπλωσε ευχαριστημένο και πήρε έναν υπνάκο. Το παιδί που καθόταν δίπλα του το χάιδεψε απαλά και αναστέναξε.
- Από δω και πέρα θα σε προσέχω εγώ. Του είπε και έκατσε κοντά του μέχρι να ξυπνήσει.
Η φιλία του παιδιού με το δράκο δυνάμωνε μέρα την ημέρα καθώς περνούσαν πολλές ώρες μαζί, αλλά ο δράκος όλο και μεγάλωνε και ήταν δύσκολο να τον κρατήσει στην αποθήκη. Ένα πρωινό πριν πάει σχολείο το παιδί πέρασε να πει καλημέρα στο δράκο και να τον ταΐσει. Μόλις όμως άνοιξε την πόρτα της αποθήκης ο δράκος βγήκε έξω και πέταξε ψηλά.
- Που πας, γυρνά πίσω! Φώναξε το παιδί ενώ έτρεχε να τον προλάβει. Κινδυνεύεις έξω!
Ο δράκος συνέχισε να πετά μέχρι που έφτασε σε έναν ψηλό λόφο όπου έκατσε να ξεκουραστεί. Εκεί τον πρόφτασε το παιδί λαχανιασμένο.
- Μη μου το ξανακάνεις ποτέ αυτό! Φώναξε ενώ τον αγκάλιαζε. Φοβήθηκα πολύ.
Ο δράκος όμως δεν τον άκουσε καν, αλλά είχε καρφώσει το βλέμμα του μακριά στον ορίζοντα.
- Τι κοιτάζεις; Τον ρώτησε το παιδί με περιέργεια, αλλά ο δράκος δεν ανταποκρίθηκε.
Το παιδί συγκέντρωσε το βλέμμα του να δει τι έβλεπε ο δράκος. Μετά από λίγα λεπτά μπόρεσε να διακρίνει δύο σκιές που έρχονταν κατά πάνω τους. Αγκάλιασε το δράκο πιο δυνατά φοβισμένος και περίμενε κρατώντας την ανάσα του. Καθώς οι σκιές πλησίαζαν κατάλαβε ότι ήταν δύο μεγάλοι δράκοι. Ένας κόκκινος και ένας μπλε. Οι δράκοι έφτασαν στο λόφο και προσγειώθηκαν μπροστά στο μοβ δράκο και το παιδί.
- Μην τον πειράξετε. Είπε φοβισμένο το παιδί. Είναι μόνο ένα μωρό.
Ο μικρός δράκος όμως έφυγε από την αγκαλιά του και χώθηκε ανάμεσα στους μεγάλους δράκους που τον αγκάλιασαν με τα φτερά τους. Το παιδί έμεινε να τους κοιτάζει.
- Είστε οι γονείς του έτσι; Ρώτησε τελικά.
Ο μπλε δράκος έγνεψε καταφατικά.
- Θα μου τον πάρετε μακριά; Ρώτησε δακρυσμένα. Μη μου τον πάρετε! Είναι ο φίλος μου! εγώ τον φρόντισα τόσο καιρό! Εσείς που ήσασταν;
Τότε ο μπλε δράκος του έδειξε το πόδι του. Εκεί υπήρχε το σημάδι από μια τεράστια αλυσίδα.
- Σε είχαν φυλακίσει; Και σε έσωσε η δράκαινα;
Ο μπλε έγνεψε καταφατικά. Τότε το παιδί στράφηκε στο μικρό δράκο.
- Θα φύγεις; Μη φύγεις σε παρακαλώ. Το δρακακι πλησίασε το παιδί και το κοίταξε στα μάτια. Τότε το παιδί άκουσε για πρώτη φορά τη φωνή του δράκου μέσα στο κεφάλι του.
-  Είναι η οικογένεια μου. Εκεί ανήκω. Σ’ ευχαριστώ που με φρόντισες όλο αυτό τον καιρό και θέλω να ξέρεις ότι σε αγαπώ πολύ και δεν θα σε ξεχάσω ποτέ. Αν ποτέ με χρειαστείς φώναξέ με και εγώ θα προσπαθήσω να έρθω κοντά σου. Αγκάλιασε το παιδί και ένα δάκρυ έτρεξε από τα μάτια του που μόλις έφτασε στη γη μεταμορφώθηκε σε διαμάντι. Το παιδί το πήρε στα χέρια του:
- Θα το κρατήσω για πάντα. Είπε και οι δράκοι πέταξαν μακριά.

Το παιδί γύρισε σπίτι του. Η οικογένεια του ήταν πολύ φτωχή και φοβόταν μην του πάρουν το διαμάντι. Έτσι το έδεσε σε ένα σκοινί και το φορούσε πάντα στο λαιμό του για να μην το δει κανείς και δεν το ξανάβγαλε ποτέ. Ορκίστηκε στον εαυτό του ότι όσο είχε το διαμάντι δεν θα ξεχνούσε ποτέ το μοβ δράκο.

Comments

  1. Ελπίζω να υπάρχουν κι άλλες

    ReplyDelete
    Replies
    1. Βεβαίως! Θα τις ανεβάσω σταδιακά και χαίρομαι που σας αρέσουν!

      Delete

Post a Comment