Η γέννηση του Μπλε Δράκου μέρος 2ο

Περπάτησε αργά μέχρι το κέντρο του νησιού για την καθιερωμένη καλημέρα στο αβγό του, αλλά όταν έφτασε εκεί τον περίμενε μια έκπληξη. Το αβγό είχε σπάσει μα δεν υπήρχε πουθενά δράκος. Προς στιγμήν φοβήθηκε ότι κάποιος από περιέργεια να δει τελικά τι είχε μέσα το αβγό το έσπασε και τώρα κρυβόταν. Κυριεύθηκε από πανικό μόνο με τη σκέψη και άρχισε να ψάχνει ελπίζοντας να δει επιτέλους το δράκο. Μόλις γύρισε προς την εστία του φάνηκε ότι άκουσε ένα μικρό θόρυβο. Πλησίασε διστακτικά και πίσω από τη βάση της φωτιάς είδε μια μικρή ουρίτσα. Η χαρά του ήταν τόσο μεγάλη που με το ζόρι κρατήθηκε να μην ουρλιάξει. Πλησίασε ακόμα πιο κοντά και τότε είδε το μικρό δράκο να τον κοιτάζει. Ήταν ένας πανέμορφος μπλε μικρούλης. Είχε μια μακριά ουρά που στην άκρη της έμοιαζε με πτερύγιο ψαριού και δυο πολύ μεγάλα φτερά για το σώμα του. Ήταν λεπτοκαμωμένος και το κεφάλι του έμοιαζε λίγο με κεφάλι σαύρας, αλλά ήταν πιο μεγάλο. Το πιο όμορφο επάνω του ήταν τα μάτια του. Είχε δυο τεράστια γαλάζια μάτια που τον κοιτούσαν διαπεραστικά και παρόλο που ήταν τόσο μικρός έκαναν το σοφό να νιώσει ότι αυτός ο δράκος θα γινόταν πολύ δυνατός και σπουδαίος και του άξιζε αγάπη και σεβασμός. Χωρίς να το σκεφτεί άπλωσε το χέρι του και ο δράκος ανέβηκε και κάθισε στον ώμο του λες και ήταν κάτι που το έκανε από πάντα, ενώ τύλιξε την ουρά του γύρω από το μπράτσο του. Ο σοφός χάιδεψε το πιγούνι του δράκου και του είπε καλημέρα ακριβώς όπως έκανε κάθε μέρα με το αβγό τα δυο τελευταία χρόνια. Ο δράκος αναγνώρισε τη φωνή του και έγειρε πάνω του. Έτσι ξεκίνησαν για την πόλη ώστε να πάει το δράκο στον γηραιό μιας και αν δεν υπήρχε αυτός να τον συμβουλεύσει δεν θα έκανε τόσο καιρό υπομονή και θα πίστευε και αυτός όπως και όλοι οι υπόλοιποι ότι το αβγό ήταν άδειο.

Μόλις έφτασαν με το δράκο στην πόλη όλοι ενθουσιάστηκαν με την ομορφιά του. Ο σοφός όμως τους προσπέρασε γοργά και πήγε στο σπίτι του γηραιού. Τον βρήκε στην αυλή του να χαζεύει τα πουλιά.
- Σας έφερα κάτι να δείτε, του είπε έξω από την αυλόπορτα. Μπορώ να περάσω;
- Βεβαίως παιδί μου, πέρασε. Του απάντησε ο γηραιός που ήταν πια τόσο μεγάλος που δεν μπορούσε να δει τόσο μακριά.
Μόλις ο σοφός πλησίασε όμως είδε αμέσως το δράκο στον ώμο του. Χαμογέλασε γλυκά και είπε:
- Χαίρομαι που η μοίρα με αξίωσε να δω κάτι τόσο όμορφο. Είχα ακούσει για δράκους, αλλά ακόμα και όταν ήμουν νέος δεν ήμουν τόσο τυχερός ώστε να δω έναν από κοντά, είπε απλώνοντας το χέρι του για να τον χαϊδέψει. Να τον φροντίζεις και να τον προσέχεις. Να θυμάσαι ότι οι δράκοι είναι υπέροχα μαγικά πλάσματα και αν του φερθείς καλά μια μέρα θα στο ανταποδώσει.
Ο σοφός κάθισε για λίγο μαζί με τον γηραιό στον κήπο του και στη συνέχεια γύρισε σπίτι του μαζί με το δράκο. Όταν έφτασαν στον κήπο ο δράκος έφυγε από τον ώμο του και σκαρφάλωσε σε ένα δέντρο βγάζοντας μια μικρή φωνούλα.
- Ώστε εκεί θέλεις να είναι το σπίτι σου; Τον ρώτησε ο σοφός χαμογελώντας και ο δράκος φώναξε πιο δυνατά αυτή τη φορά. Εντάξει, είπε ξανά,  μείνε εκεί και θα σου φέρω φαγητό.
Έτσι κι έγινε. Ο δράκος το βράδυ κοιμόταν στο δέντρο και την ημέρα περπατούσε στο νησί μαζί με το σοφό. Στην αρχή πάντα ήταν ανεβασμένος στον ώμο του με την ουρά τυλιγμένη γύρω από το μπράτσο του για να μην πέσει, μα όσο μεγάλωνε άρχισε να πετάει και καθόταν όλο και λιγότερο στον ώμο του σοφού, αλλά ποτέ δεν απομακρυνόταν πολύ. Όσο περνούσε ο καιρός άρχισε να κυνηγάει μόνος του και δεν χρειαζόταν ούτε να τον ταΐζουν.
Ο σοφός στην αρχή απέφευγε να τον πάει κοντά στη θάλασσα, γιατί φοβόταν πως αν έβλεπε το νερό μπορεί να έφευγε μακριά και να μην τον ξανάβλεπε ποτέ, όμως καθώς ο καιρός περνούσε σκεφτόταν ότι ήταν άδικο να τον κρατάει μακριά από το φυσικό του περιβάλλον και έτσι ένα βράδυ αποφάσισε ότι την επόμενη μέρα θα τον πήγαινε στην παραλία που είχε βρει το αβγό. Όταν ξημέρωσε, βγήκε στην αυλή του, είπε καλημέρα στο δράκο και ξεκίνησε για την παραλία ξέροντας ότι ο δράκος τον ακολουθούσε πετώντας πάνω από το κεφάλι του. Κατηφόρισε προς την πόλη, αλλά λίγο πριν φτάσει στα πρώτα σπίτια έστριψε αριστερά. Όσο έφτανε πιο κοντά στο νερό η καρδιά του πήγαινε να σπάσει και προσευχόταν να μην φύγει ο δράκος του για πάντα. Μια δυο φορές σκέφτηκε να γυρίσει πίσω, αλλά δεν το έκανε. Σταμάτησε μόνο όταν πάτησε στην αμμουδιά και φώναξε το δράκος. Αυτός κατέβηκε και έκατσε μπροστά στα πόδια του κοιτώντας επίμονα το νερό.
- Εδώ σε βρήκα. Του είπε ο σοφός και τότε ο δράκος γύρισε και τον κοίταξε στα μάτια. Είσαι ένας δράκος του νερού και είναι ώρα να γυρίσεις στη θάλασσα που σε έφερε κοντά μου. Πήγαινε.
Ο δράκος κοίταξε για λίγες στιγμές ακόμα τον σοφό στα μάτια και περπάτησε προς το νερό. Μύρισε την αλμύρα της θάλασσας κ τα μάτια του έλαμψαν. Με μιας βούτηξε και άρχισε να κολυμπάει με τρομερή ταχύτητα. Ο σοφός έμεινε στην παραλία να κοιτάει το δράκο μέχρι που απομακρύνθηκε πολύ και δεν μπορούσε να τον διακρίνει πια. Ωστόσο συνέχισε να κοιτάει τον ορίζοντα ελπίζοντας ότι θα τον δει να επιστρέφει. Η ώρα περνούσε και μόνο όταν νύχτωσε πια ο σοφός ξεκίνησε για το σπίτι του με βαριά καρδιά.

Πέρασε έξω από την πόλη και άρχισε να ανηφορίζει όταν άκουσε έναν ήχο σαν θρόισμα που του ήταν πολύ γνωστός. Τρέχοντας σχεδόν έφτασε στον κήπο του σπιτιού του όπου είδε το δράκο να τον περιμένει ήρεμα δίπλα στο δέντρο μιας και ήταν πολύ μεγάλος πια και δεν χωρούσε να κάτσει στα κλαδιά του. Ο σοφός χαμογέλασε και αγκάλιασε το δράκο χωρίς δεύτερη σκέψη. Από τη μέρα εκείνη ο δράκος κάθε πρωί έφευγε και πήγαινε στη θάλασσα και κάθε βράδυ γύριζε πίσω στον κήπο που είχε μεγαλώσει.

Comments