Κανείς
δεν με πίστεψε όταν τους είπα ότι με επισκέφτηκε ένας δράκος και καθώς ο καιρός
περνούσε και ο Δεντρούλης με την Ανθούλα δεν φάνηκαν ξανά, άρχισα και εγώ να
πιστεύω ότι όλα αυτά δεν ήταν παρά ένα πολύ ωραίο όνειρο. Μετά από λίγους μήνες
είχα σχεδόν ξεχάσει εκείνη τη βραδιά, μιας και η καθημερινότητα με είχε
απορροφήσει.
Ένα
ανοιξιάτικο βράδυ ο Γιώργος και ο Βασίλης δεν ήθελαν με τίποτα να κοιμηθούν.
Αφού παίξαμε και είπαμε πολλά Δρακοπαραμύθια, τελικά κοιμήθηκαν στην αγκαλιά
μου στον καναπέ και τα πήγα ένα ένα στα κρεβάτια τους. Γυρνώντας στο σαλόνι για
να κλείσω τα φώτα άκουσα ένα γνωστό τακ τακ. Κοίταξα και πάλι προς το παράθυρο
και είδα τους δυο φίλους μου. Αυτή τη φορά δεν τρόμαξα, αλλά χαμογέλασα πλατιά.
Άνοιξα το παράθυρο γρήγορα και ο Δεντρούλης και η Ανθούλα μπήκαν μέσα. Όπως και
την άλλη φορά ο δράκος ήταν μικρούλης και άρχισε να μεγαλώνει, αλλά αυτή τη
φορά ήταν πιο προσεκτικός και δεν έσπασε τίποτα.
-
Επιτέλους, αναστέναξε η Ανθούλα, είπα ότι δεν θα κοιμόντουσαν ποτέ.
-
Πόση ώρα ήσασταν εκεί έξω; τους ρώτησε από περιέργεια μιας και δεν τους είχα
καταλάβει πριν.
-
Αρκετή. Ακούσαμε όλες τις Δρακοϊστορίες και τις είπες πολύ ωραία. Μου είπε ο
Δεντρούλης
Τότε
πρόσεξα ότι στο κεφάλι του είχε φυτρώσει ένα μικρό κλαράκι που είχε επάνω του
μικρά φυλλαράκια. Το σώμα του ήταν γεμάτο μικρά λέπια που όμως έμοιαζαν
περισσότερο με φύλλα και γενικά όπως ήταν πράσινος με καφέ θύμιζε πολύ δέντρο.
-
Δεντρούλη, έχω μια απορία: την άλλη φορά μου είπατε πολλές ιστορίες, αλλά καμία
για δράκους του δάσους. Γιατί;
- Ω!
απλά είμαστε πολύ μικροσκοπικοί και οι άνθρωποι δεν ξέρουν καν την ύπαρξή μας.
Γι’ αυτό σκέφτηκα ότι οι δράκοι τις φωτιάς και του νερού είναι πιο εντυπωσιακοί
και έχουν περισσότερο ενδιαφέρον.
-
Μην το λες αυτό, εγώ θα ήθελα πολύ να μάθω για εσάς.
-
Εντάξει λοιπόν, έχω μια ιστορία να σου πω, να μου πεις αν σου αρέσει.
Έκατσα
αναπαυτικά στον καναπέ και περίμενα να ακούσω τη νέα μου ιστορία:
Ο Πράσινος Δράκος
Μια φορά και έναν καιρό σε ένα δάσος
μακριά από δω, ζούσε μια φυλή δράκων διαφορετικών από αυτούς που ακούμε
συνήθως. Ήταν δράκοι – ξωτικά που ήταν πιο μικροί και από τα δέντρα του δάσους.
Είχαν πολύ μικρά φτερά και δεν πετούσαν ψηλά, αλλά μπορούσαν να διανύσουν μόνο
μικρές αποστάσεις, αλλιώς έπρεπε να περπατούν. Το σώμα τους ήταν σκεπασμένο από
λέπια που έμοιαζαν με φύλλα και αυτό τους επέτρεπε να κρύβονται και να μην
μπορεί να τους εντοπίσει εύκολα κάποιος ξένος. Έτσι κανείς δεν ήξερε για την
ύπαρξή τους. Ο σκοπός τους ήταν να προστατεύουν το δάσος και όσα πλάσματα
ζούσαν σε αυτό. Οι δράκοι αυτοί δεν πετούσαν φωτιές από το στόμα τους μιας και
κάτι τέτοιο μπορεί να έκανε κακό στη φύση και υπήρχε γενικά η άποψη ότι ήταν
πιο αδύναμοι από άλλα είδη δράκων που ζούσαν την ίδια εποχή σε άλλα μέρη της
γης.
Το δάσος που είχαν μεγαλώσει ήταν από τα
μεγαλύτερα και πανέμορφο. Οι δράκοι είχαν φτιάξει τις φωλιές τους σε σπηλιές
που βρίσκονταν σε έναν λόφο πλημμυρισμένο από μεγάλα έλατα και πεύκα στο κέντρο
του δάσους και από κει κάθε μέρα έκαναν βόλτες σε διάφορα μέρη για να
βεβαιώνονται ότι όλα πάνε καλά και οι φίλοι τους τα δέντρα δεν κινδύνευαν. Αν
εντόπιζαν κάτι που μπορεί να έβλαπτε τη φύση πάλευαν να το διορθώσουν όσο
πιο γρήγορα μπορούσαν και με τον τρόπο αυτό βοηθούσαν το δάσος να διατηρεί την
ισορροπία του.
Μια μέρα, μέσα σε μια από αυτές τις
σπηλιές γεννήθηκε ένας μικρός πράσινος δράκος με μεγάλα χρυσά φτερά. Τα φτερά
του ήταν μεγαλύτερα από αυτά που είχαν οι υπόλοιποι της φυλής του και έδειχναν
ικανά να πετάξουν. Από την πρώτη στιγμή φάνηκε ότι ήταν διαφορετικός και οι
παλιότεροι πίστευαν ότι κάτι σπουδαίο θα έκανε στη ζωή του. Πράγματι όσο
μεγάλωνε φαινόταν ότι ήταν δυνατός, αλλά πάνω από όλα πίστευε στην αξία της
φύσης και σεβόταν όλα τα πλάσματα γύρω του. Πετούσε καλύτερα από τους
υπόλοιπους και του άρεσε να κάθεται ψηλά σε ένα λόφο και να εποπτεύει το δάσος.
Έτσι μπορούσε να επέμβει άμεσα αν χρειαζόταν, όπως έγινε όταν ήταν μόλις 10
χρόνων.
Ήταν ένα βροχερό χειμωνιάτικο πρωινό σαν
τόσα άλλα και τίποτα δεν προμήνυε αυτό που θα ακολουθούσε. Ο δράκος ξύπνησε και
βγήκε από τη σπηλιά που ζούσε μαζί με την οικογένειά του. Κοίταξε τον ουρανό
και κατάλαβε ότι έρχεται καταιγίδα. Του άρεσε πολύ να κάθεται στην αγαπημένη
του θέση και να απολαμβάνει τη βροχή. Έτσι αποφάσισε να ανέβει γρήγορα στο
λόφο. Μέχρι να φτάσει, το νερό έπεφτε για τα καλά και φυσούσε δυνατός αέρας.
Έκατσε πάνω σε ένα βράχο ακριβώς πάνω από το γκρεμό και τέντωσε το λαιμό του
κλείνοντας τα μάτια. Ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο του καθώς τέντωνε τα
φτερά του να ξεμουδιάσει και η βροχή τον έλουζε. Άξαφνα άκουσε έναν δυνατό
θόρυβο και άνοιξε τα μάτια του. Μπροστά του ένας κεραυνός είχε χτυπήσει ένα
δέντρο και είχε πάρει φωτιά.
- Πρέπει να κάνω κάτι γρήγορα πριν
εξαπλωθεί η φωτιά. Σκέφτηκε.
Άνοιξε τα φτερά του και πέταξε γρήγορα
προς τις φωλιές για να ζητήσει βοήθεια. Εκεί βρήκε μια μικρή δράκαινα που ήταν
φίλη του.
- Ένα δέντρο πήρε φωτιά, πρέπει να βρούμε
τρόπο να τη σβήσουμε. Της είπε και πριν καν προλάβει να του απαντήσει την
έπιασε από το χέρι και άρχισε να τρέχει.
Αυτή τον ακολούθησε, αλλά μόλις έφτασαν
κοντά σε ένα ποταμάκι του είπε:
- Σταμάτα, θα χρειαστούμε νερό για να
σβήσουμε τη φωτιά. Έλα.
Βρήκαν τότε έναν μεγάλο κορμό που είχε
πέσει στην άκρη του ποταμού και με δύναμη τον έκοψαν στη μέση. Στη συνέχεια ο
δράκος έξυσε με το χέρι του το εσωτερικό του κορμού και το έκανε να μοιάζει με λεκάνη.
Έπιασαν ο καθένας από μια πλευρά του και τον γέμισαν νερό. Τρέχοντας έφτασαν
στη φωτιά και πρόλαβαν να τη σβήσουν πριν εξαπλωθεί και σε άλλα δέντρα.
- Ευτυχώς τα καταφέραμε. Είπε με
ανακούφιση ο δράκος. Σ’ ευχαριστώ που με βοήθησες.
- Το δάσος είναι και δικό μου σπίτι, του
απάντησε τότε η δράκαινα. Όποτε χρειάζεσαι βοήθεια εγώ θα είμαι δίπλα σου.

Απλά δεν θέλω να τελειώνουν οι ιστορίες ��
ReplyDelete