Μια φορά και έναν καιρό σε
ένα πολύ φτωχό τόπο ζούσε ένα παιδί που είχε την τύχη να συναντήσει και να
μεγαλώσει έναν υπέροχο μοβ δράκο. Όταν ήρθε η ώρα να φύγει ο δράκος άφησε στο
παιδί ένα διαμάντι που είχε σχηματιστεί από το δάκρυ του. Επειδή το παιδί
προερχόταν από πολύ φτωχή οικογένεια φοβόταν μήπως οι δικοί του πάρουν το δάκρυ
και το πουλήσουν, γιατί κανείς δεν είχε δει το δράκο και δε θα πίστευαν την
ιστορία του. Έτσι το φορούσε καθημερινά στο λαιμό του με ένα κορδόνι και το
έκρυβε κάτω από τα ρούχα του. Όταν έκανε μπάνιο το έβαζε κάτω από το στρώμα του
για να βεβαιωθεί ότι δε θα το βρει κανείς. Κάθε βράδυ περίμενε να κοιμηθούν οι
δικοί του και μετά έσφιγγε το δάκρυ ανάμεσα στα χέρια του. Έκλεινε τα μάτια του
και έλεγε καληνύχτα στο δράκο. Με αυτόν τον τρόπο ένιωθε ότι τον είχε πάλι
κοντά του και αυτό τον γαλήνευε. Πολλές φορές το κρατούσε στα χεριά του μέχρι
το πρωί, γιατί τον έκανε να νιώθει ασφάλεια.
Μια μέρα η μαμά του τον
έστειλε στο παζάρι να αγοράσει τρόφιμα. Το παιδί ξεκίνησε σφίγγοντας στα χέρια
του τα λιγοστά χρήματα που του είχε δώσει για να μην τα χάσει. Όταν έφτασε στο
παζάρι ζαλίστηκε με τις όμορφες μυρωδιές που έβγαιναν από τα γλυκά και τις
σοκολάτες. Κοίταξε τα λεφτά στο χέρι του αλλά ήδη ήξερε ότι δεν έφταναν για
τίποτα περιττό. Έκλεισε τα μάτια, συγκρατήθηκε και προχώρησε παρακάτω. Ήταν
πολύ σημαντικό να αγοράσει αυτά που του είχε πει η μαμά του και έτσι έφτασε σε
ένα πάγκο με λαχανικά, αλλά από τη ζάλη του δεν πρόσεξε και όπως έσκυψε να πάρει
πατάτες το διαμάντι βγήκε έξω από τη μπλούζα του και έλαμψε στον ήλιο. Το παιδί
το έκρυψε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, αλλά για κακή του τύχη το είδαν δύο κλέφτες
που παραμόνευαν λίγο πιο κάτω.
- Το είδες αυτό; Ρώτησε ο
ένας σκουντώντας διακριτικά τον άλλον.
- Δεν πιστεύω να είναι
κάτι αξίας. Κοίτα πόσο φτωχό είναι.
- Μα τι λες! Το είδες, μόνο
ένα διαμάντι θα έλαμπε έτσι.
- Τότε μάλλον είναι και
αυτός ένας μικρός κλέφτης. Αν του το πάρουμε δεν θα τολμήσει να μιλήσει. Ας τον
ακολουθήσουμε.
Περίμεναν μέχρι το παιδί
να φύγει από το παζάρι και το ακολούθησαν από απόσταση. Ο μικρός κουβαλούσε δύο
μεγάλες τσάντες και δυσκολευόταν πολύ. Ήταν τόσο προσηλωμένος στο να τα
μεταφέρει που δεν κατάλαβε ότι κάποιος ήταν πίσω του. Έφτασε με κόπο στο σπίτι
του και έβαλε τις τσάντες μέσα. Οι γονείς του ήταν στη δουλειά και θα γυρνούσαν
από στιγμή σε στιγμή οπότε έκατσε να ξεκουραστεί και να τους περιμένει. Εκείνη
τη στιγμή το δωμάτιο σκοτείνιασε. Κοίταξε προς την πόρτα και είδε τους δύο άγνωστους
τύπους.
- Τι θα θέλατε παρακαλώ;
Τους ρώτησε ευγενικά.
- Που είναι οι γονείς σου;
Τους ψάχνουμε για μια δουλειά. Ρωτήσαν ώστε να βεβαιωθούν ότι δεν ήταν κανείς
άλλος στο σπίτι.
- Είναι στη δουλειά δεν
γύρισαν ακόμα. Απάντησε αθώα το παιδί που πίστεψε τη δικαιολογία τους.
Τότε οι άντρες προχώρησαν
στο εσωτερικό του σπιτιού και έκλεισαν πίσω τους την πόρτα.
- Άρα είμαστε μόνοι μας
στο σπίτι είπε ο ένας από αυτούς. Και τώρα δώσε μας το διαμάντι.
- Ποιο διαμάντι; Ρώτησε το
παιδί που είχε τρομάξει πολύ.
- Μην κανείς πως δεν
ξέρεις. Αυτό που φοράς στο λαιμό σου. Από που το άρπαξες; Δώστο μου αμέσως. Και
με μια κίνηση προσπάθησε να αρπάξει την πέτρα.
Το παιδί πήδηξε πίσω και έτρεξε
στο παράθυρο, αλλά ο δεύτερος του έκλεισε το δρόμο. Πέρασε κάτω από τα πόδια
του και έφτασε στην πόρτα. Βγήκε έξω και άρχισε να τρέχει με τους δύο κλέφτες
να τον κυνηγούν. Γρήγορα έφτασε στην παλιά αποθήκη που κάποτε έκρυβε το δράκο και μπήκε μέσα. Έβγαλε το διαμάντι από
το λαιμό του και πήγε να το κρύψει όταν είδε ότι έβγαζε ένα μοβ χρώμα. Εκείνη
την ώρα οι κλέφτες μπήκαν στην αποθήκη. Το παιδί έσφιξε το διαμάντι στα χέρια
του και άρχισε να λέει:
- Όχι, όχι το διαμάντι μη
μου το πάρετε! Μόνο αυτό μου έχει μείνει από το φίλο μου. Σας παρακαλώ Αφήστε
με.
Οι κλέφτες γελούσαν καθώς
πλησίαζαν.
�� Ανυπομονώ για την συνέχεια ��
ReplyDelete