Μια φορά και έναν καιρό εκεί ψηλά στη μαγική Δρακοχωρα ζούσε μια πανέμορφη
κόκκινη δράκαινα της φωτιάς. Ήταν η πιο όμορφη σε όλη τη χωρά με αποτέλεσμα
πολλοί δράκοι να είναι ερωτευμένοι μαζί της. Ένας από αυτούς ήταν ένας μεγάλος
και δυνατός μαύρος δράκος που συνέχεια της ζητούσε να γίνει ταίρι του, αλλά
αυτή δεν τον ήθελε γιατί ήταν ερωτευμένη με έναν μπλε θαλάσσιο δράκο που και
αυτός την αγαπούσε πολύ. Μια μέρα ο μαύρος δράκος προσπάθησε να την κλέψει και
να την πάει στη φωλιά του μα ο άρχοντας των δράκων το έμαθε και έτρεξε να τον
προλάβει. Όταν έφτασε του έκλεισε το δρόμο και του είπε:
- Είσαι υποχρεωμένος να σεβαστείς την απόφαση της. Κανείς δεν έχει δικαίωμα
να επιβάλει στον άλλον να ζήσει μαζί του αν ο ίδιος δεν το θέλει. Και με αυτά
τα λόγια ελευθέρωσε τη δράκαινα.
- Σ’ ευχαριστώ άρχοντα. Είπε η δράκαινα και πέταξε μακριά για να βρει τον
μπλε δράκο.
Ο μαύρος δράκος θύμωσε πολύ με τον αρχηγό τους και εκείνη την ημέρα αποφάσισε
να πάρει την εξουσία της Δρακοχώρας. Όταν μετά από καιρό έγινε η μεγάλη επίθεση
εναντίον του ασημένιο δράκου και άρχοντα της Δρακοχώρας, όλοι οι καλοί δράκοι
πάλεψαν στο πλευρό του αρχηγού. Ανάμεσα τους ήταν η δράκαινα που ένιωθε
υποχρεωμένη στο δράκο που την έσωσε και ο μπλε δράκος που πλέον ήταν και
επίσημα ζευγάρι.
Με το τέλος της μάχης και την εκδίωξη του μαύρου δράκου η δράκαινα άρχισε
να ψάχνει το σύντροφο της, αλλά αυτός δεν ήταν πουθενά. Έψαχνε ασταμάτητα μέχρι
το βράδυ και ρωτούσε όποιον συναντούσε αν τον είδε, αλλά κανείς δεν τον είχε
δει. Τελικά το βράδυ της ανακοίνωσαν πως ο μπλε δράκος είχε πέσει στη γη μαζί
με άλλους κατά τη διάρκεια της μάχης.
Η δράκαινα ήταν απαρηγόρητη. Αγαπούσε το δράκο με όλη της την καρδιά και
δεν μπορούσε να δεχτεί την απώλεια του. Κάθε πρωί ξυπνούσε και έψαχνε να τον
βρει ελπίζοντας ότι θα είχε βρει τρόπο να γυρίσει πίσω στη Δρακοχώρα, αλλά
δυστυχώς αυτός δεν ήταν εκεί.
Μια μέρα η δράκαινα γέννησε ένα αβγό. Ήταν ένα πανέμορφο μικρό αβγουλάκι με
κόκκινα και μπλε νερά και μόλις η δράκαινα το είδε κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να
περιμένει άλλο το σύντροφο της. Πήρε το αβγό στα χέρια της και το φίλησε.
Πέταξε μέχρι την άκρη της Δρακοχώρας και κοίταξε κάτω στη γη.
- Το παιδί μας δεν θα μεγαλώσει χωρίς πατέρα. Είπε με αποφασιστικότητα και
βούτηξε μαζί με το αβγό για να πάει να τον βρει.
Φτάνοντας στη γη την έπιασε πανικός. Δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο μεγάλη
ήταν και πόσο δύσκολο θα ήταν να βρει τον μπλε δράκο. Είχε προσγειωθεί κοντά σε
ένα φτωχικό χωριό, σε έναν τόπο ξερό. Η ζέστη δεν την ενοχλούσε μιας και η
φωλιά της μέχρι τότε ήταν μέσα σε ηφαίστειο, αλλά η γη της φάνηκε βρώμικη και
άσχημη.
- Ίσως να μην ήταν τόσο καλή απόφαση να κατέβουμε. Είπε στο αβγό. Αλλά δεν
μπορώ να σε αφήσω να μεγαλώσεις χωρίς τον πατέρα σου. Κοίταξε το αβγό και
σκέφτηκε πόσο εύθραυστο ήταν. Δεν μπορώ να σε πάρω μαζί. Συνέχισε να μονολογεί
η δράκαινα. Ένα τέτοιο ταξίδι αναζήτησης θα ήταν πολύ επικίνδυνο για σένα. Θα
σε κρύψω κάπου και θα έρθω γρήγορα να σε πάρω.
Λέγοντας αυτά άρχισε να ψάχνει μια καλή κρυψώνα που να κρατάει το αβγό
ζεστό και ασφαλές. Τελικά αποφάσισε να το κρύψει στον πάτο ενός μεγάλου σορού
με σανό. Αφού το τοποθέτησε όσο πιο καλά μπορούσε πέταξε μακριά πριν γίνει
αντιληπτή από τους ανθρώπους.
Comments
Post a Comment