Η Δρακοχώρα μέρος 1ο

Μια φορά και έναν καιρό ψηλά στον ουρανό υπήρχε μια μαγική χώρα όπου κατοικούσαν κάθε λογής δράκοι και λεγόταν Δρακοχώρα. Στη Δρακοχώρα υπήρχαν ηφαίστεια μέσα στα οποία ζούσαν κόκκινοι δράκοι της φωτιάς που μπορούσαν να πετάνε ψηλά και να βγάζουν φωτιές από το στόμα τους και μεγάλα δάση όπου ζούσαν πράσινοι δράκοι – ξωτικά που προστάτευαν τα δέντρα. Στα ποτάμια ζούσαν μικροί ποταμόδρακοι που τους άρεσε να κολυμπούν αντίθετα στο ρεύμα και να τρώνε ψαράκια. Ήταν πειραχτήρια και έκαναν φάρσες σε όλους τους άλλους δράκους. Μέσα στη θάλασσα ζούσαν μεγάλοι μπλε δράκοι που μπορούσαν και να κολυμπούν και να πετάνε ψηλά στον ουρανό και πετούσαν από το στόμα τους νερό, ενώ κάθε βράδυ συνήθιζαν να βγαίνουν από τις φωλιές τους και να κάνουν τη βόλτα τους μεγάλοι μαύροι δράκοι. Την ημέρα κίτρινοι δράκοι που αγαπούσαν τον ήλιο ξάπλωναν νωχελικά στο γρασίδι και ζεσταίνονταν και το βράδυ το δέρμα τους φεγγοβολούσε. Ήταν όλοι  τους υπέροχοι, ο καθένας με το δικό του μοναδικό τρόπο και ζούσαν ειρηνικά υπό το άγρυπνο βλέμμα του μεγάλου ασημένιου δράκου που ήταν ο άρχοντας τους.
Ο ασημένιος δράκος ήταν δίκαιος και σοφός. Αγαπούσε την ειρήνη και σταματούσε πιθανές διενέξεις μεταξύ των κατοίκων της Δρακοχώρας. Υποστήριζε πάντα την αλήθεια και έδινε δίκιο σε όποιον πραγματικά το άξιζε. Οι άλλοι δράκοι τον αγαπούσαν και τον σέβονταν. Ο λόγος του ήταν νόμος και κανείς δεν τον αμφισβητούσε. Όμως όπου υπάρχει καλό και δικαιοσύνη πάντα θα υπάρχει και το κακό. Εκείνοι που προσπαθούσαν με πονηρό τρόπο να πετύχουν τους σκοπούς τους και ο αρχηγός τους δεν τους άφηνε θύμωναν μαζί του και ζήλευαν την εξουσία και τη θέση του. Έτσι σιωπηλά εύχονταν να βρισκόταν κάποιος να τον νικήσει και να τον διώξει από το θρόνο του.
Ένας τέτοιος δράκος ήταν και ένας μεγάλος μαύρος που δεν αγαπούσε το φως και έβγαινε από τη σπηλιά του μόνο τη νύχτα. Αυτός ερωτεύτηκε μια δράκαινα της φωτιάς μα επειδή αυτή δεν τον ήθελε προσπάθησε να την κλέψει. Μόλις ο ασημένιος δράκος το έμαθε τον εμπόδισε και τον ανάγκασε να την αφήσει ήσυχη. Ο μαύρος δράκος θύμωσε πολύ και πέταξε μέχρι το λόφο πάνω από το θρόνο του βασιλιά. Μέσα του ευχόταν να μην υπήρχε ο ασημένιος δράκος όταν ξαφνικά βρέθηκε δίπλα του ένας μικροκαμωμένος καφέ δράκος που ήταν πολύ πονηρός. Όλοι τον γνώριζαν, αλλά κανείς δεν του έδινε πολύ σημασία, γιατί ο δράκος αυτός δεν είχε καμία ιδιαίτερη δύναμη με αποτέλεσμα να είναι πολύ ζηλιάρης.
- Συμπάθαμε άρχοντα, του είπε με πονηρό βλέμμα κάνοντας μια αδέξια υπόκλιση, αλλά έτυχε να δω τι συνέβη ανάμεσα σε σένα και τον ασημένιο δράκο. Νομίζω ότι δεν είναι δουλεία του να ανακατεύεται στις δουλείες όλων και ίσως είναι καιρός να βρεθεί κάποιος άλλος να πάρει τη θέση του.
Ο μαύρος δράκος που δεν έπαιρνε το βλέμμα του από το θρόνο, του απάντησε:
- Κανείς δεν είναι τόσο δυνατός που να μπορέσει να τον νικήσει.
- Όντως, ίσως κανένας να μην είναι ικανός να τον νικήσει σε μονομαχία, αλλά ξέρω πολλούς που δεν τον θέλουν για αρχηγό τους και με χαρά θα βοηθούσαν κάποιον να τον διώξει και να πάρει τη θέση του.
- Δηλαδή να επιτεθούν πολλοί εναντίον ενός; Αυτό που λες είναι άτιμο.
- Γιατί, μήπως το να ανακατεύεται στις ζωές μας και να μην σε αφήνει να πάρεις αυτή που αγαπάς είναι τίμιο;
Ο μαύρος δράκος αναστέναξε βαθιά γεμάτος θυμό.
- Δεν νομίζω ότι θα υπάρξουν δράκοι να επιτεθούν εναντίον του. Επέμεινε θέλοντας να αλλάξει θέμα.
- Αν βρω κάποιους δέχεσαι να τους καθοδηγήσεις και να πάρεις εσύ τη θέση του αρχηγού; Τον ρώτησε ο πονηρός δράκος.
- Και εσύ τι θα κερδίσεις;
- Θα με κάνεις σύμβουλό σου και έτσι θα έχω και εγώ λόγο στα θέματα τις Δρακοχώρας.
- Εντάξει, απάντησε ο μαύρος δράκος και ο καφέ έφυγε αθόρυβα όπως και είχε έρθει.

Comments