Ο Μπλε Δράκος και ο Ανεμοδαρμένος μέρος 1ο

Μια φορά και έναν καιρό υπήρχε ένας πλούσιος μαγικός τόπος που λεγόταν Ατλαντίδα. Στην Ατλαντίδα ζούσαν άνθρωποι σοφοί που επειδή είχαν όλα τα καλά για να περνούν μια όμορφη ζωή δεν δούλευαν και αντίθετα ασχολούνταν με τις τέχνες και τις επιστήμες. Οι γνώσεις τους ήταν οι σπουδαιότερες της εποχής τους και προσέφεραν απλόχερα βοήθεια σε όποιον τους το ζητούσε. Επίσης υπήρχαν άνθρωποι που κατέγραφαν τις ιδέες και τις ανακαλύψεις των σοφών και φύλαγαν τα βιβλία σε μια τεράστια βιβλιοθήκη. Η βιβλιοθήκη αυτή έλεγαν πως είναι ο θησαυρός τους και δεν άφηναν κανένα ξένο να την επισκεφτεί.
Εκεί ένας σοφός βρήκε το αβγό ενός μπλε θαλάσσιου δράκου και κατάφερε να τον μεγαλώσει σαν να ήταν παιδί του. Τα χρόνια περνούσαν και ο δράκος ανέπτυσσε τεράστιες δυνάμεις. Μπορούσε να πετάξει πίδακες νερό από το στόμα του και κολυμπούσε τόσο γρήγορα και με τόση δύναμη που δημιουργούσε δίνες ικανές να βουλιάξουν ολόκληρα πλοία. Όλοι στο νησί τον θαύμαζαν και τον αγαπούσαν και αυτός δεν απομακρύνθηκε ποτέ από εκεί.
Μια μέρα μια ομάδα ανθρώπων είχαν πάει στο νησί για να ζητήσουν βοήθεια από τους σοφούς, πράγμα που συνέβαινε συχνά. Εκεί αφού μίλησαν μαζί τους και πήραν όσο το δυνατόν καλύτερες απαντήσεις, αποφάσισαν να κάνουν μια βόλτα στο νησί πριν φύγουν με το πλοίο τους. Ξαφνικά είδαν έναν σοφό να κάθεται παρέα με έναν τεράστιο δράκο.
- Δεν φοβάστε; Τον ρώτησαν αυθόρμητα.
- Όχι, μην ανησυχείτε. Ο δράκος είναι σαν παιδί μου, δεν έχω κάτι να φοβηθώ. Αν θέλετε μπορείτε να πλησιάσετε.
Έτσι οι άνθρωποι είχαν την τύχη να δουν από κοντά έναν από τους τελευταίους θαλάσσιους δράκους που υπήρχαν στον κόσμο. Συνέχισαν το δρόμο τους και έφτασαν μπροστά στη μεγάλη βιβλιοθήκη του νησιού. Το κτήριο τους έκανε εντύπωση, γιατί ξεχώριζε ανάμεσα στα υπόλοιπα κτήρια. Ενώ όλα τα άλλα ήταν λιτά, αυτό το κτήρια ήταν μεγάλο και επιβλητικό. Πλησίασαν τότε κοντά και είδαν έναν κύριο να μπαίνει κουβαλώντας στην αγκαλιά του βιβλία.
- Θα μπορούσαμε ίσως να μπούμε και εμείς μέσα να δούμε το κτήριο; Ρώτησαν.
- Λυπάμαι, αλλά δεν επιτρέπεται η είσοδος στους ξένους. Τους απάντησε αυτός.
- Μα τι είναι αυτό το κτήριο; Επέμειναν.
- Ω! εδώ φυλάγονται οι θησαυροί της Ατλαντίδας. Απάντησε αυτός εννοώντας τα σπάνια και παλιά βιβλία που όμοιά τους δεν υπήρχαν πουθενά στον κόσμο.
Οι άνθρωποι έφυγαν από το νησί, αλλά όταν γύρισαν στον τόπο τους άρχισαν να λένε ιστορίες για το δράκο που συνάντησαν και για τη βιβλιοθήκη όπου μέσα κρύβονταν αμύθητοι θησαυροί. Αυτοί δεν είχαν καταλάβει ότι ο θησαυρός των σοφών είναι τα ίδια τα βιβλία και οι γνώσεις που περιέχουν και νόμιζαν ότι μέσα στη βιβλιοθήκη θα υπήρχαν χρυσάφια και πολύτιμες πέτρες και γι’ αυτό δεν τους επέτρεψαν να μπουν.

Οι ιστορίες αυτές άρχισαν να διαδίδονται με τρομερή ταχύτητα και σε λίγο όλοι ήξεραν για έναν μαγικό τόπο γεμάτο πλούτη και δράκους. Από το στόμα του ενός στο αυτί του άλλου, η ιστορίες έφτασαν και στα αυτιά ενός τρομερού πειρατή, του Ανεμοδαρμένου. Όλοι τον φώναζαν έτσι, γιατί αρμένιζε στις θάλασσες με όλους τους ανέμους και δεν φοβόταν την κακοκαιρία μιας και ήταν σπουδαίος καπετάνιος. Άλλωστε με τα χρόνια κανείς δεν θυμόταν το πραγματικό του όνομά, αλλά δεν τολμούσαν να τον ρωτήσουν γιατί όλοι τον φοβόντουσαν.
Όταν ο Ανεμοδαρμένος άκουσε για την Ατλαντίδα αποφάσισε ότι ήθελε να πάει και να κλέψει τα πλούτη της.
- Έχει στρατό αυτός ο τόπος που να προστατεύει αυτό το μεγάλο θησαυρό; Ρώτησε.
- Καπετάνιε, λένε πως ο στρατός του τόπου αποτελείται από δράκους. Του απάντησε ξεροκαταπίνοντας αυτός που του είχε πει την ιστορία.
Τότε ο καπετάνιος γέλασε δυνατά.
- Στρατός από δράκους! Είπε γελώντας. Μα καλά τι άλλο θα σκεφτούν για να μας κρατήσουν μακριά; Σιγά μην υπάρχουν δράκοι στην Ατλαντίδα. Τόσα χρόνια στη θάλασσα και δεν έχω δει ποτέ ούτε ένα τόσο δα δρακάκι. Αυτά είναι φαντασίες και θα σας το αποδείξω. Αύριο κιόλας θα πλεύσουμε για την Ατλαντίδα.
Την επόμενη ο Ανεμοδαρμένος διέταξε να φορτώσουν  το πλοίο με όπλα και ξεκίνησε για τη λεηλασία του νησιού. Η απόσταση δεν ήταν πολύ μεγάλη και υπολόγιζε ότι σε 3 μέρες περίπου θα ήταν εκεί. Όντως το ξημέρωμα της Τρίτης μέρας, όταν ξύπνησε ο μπλε δράκος είδε στον ορίζοντα ένα μεγάλο πλοίο με κατάμαυρα πανιά. Έμεινε να το παρακολουθεί καθώς δεν είχε δει ξανά κάτι παρόμοιο μέχρι που βγήκε ο σοφός από το σπίτι του για να καλημερίσει το δράκο. Είδε το δράκο τόσο προσηλωμένο και άρχισε να ψάχνει στον ορίζοντα για να δει τι κοιτούσε. Τα δικά του μάτια δεν ήταν τόσο δυνατά και του πήρε αρκετή ώρα για να εντοπίσει το πλοίο. Μόλις ο Ανεμοδαρμένος πλησίασε λίγο πιο κοντά είδε τα μαύρα πανιά και κατάλαβε ότι επρόκειτο για πειρατές.
- Έλα μαζί μου. Φώναξε ανήσυχος στο δράκο και έτρεξε προς την πόλη.

Comments