Η γέννηση του Μπλε Δράκου μέρος 1ο

Μια φορά και έναν καιρό, σε ένα μέρος που κανείς δεν ξέρει που ήταν και κανένας ιστορικός δεν έχει καταφέρει να βρει τη θέση του, υπήρχε ένας πλούσιος μαγικός τόπος που λεγόταν Ατλαντίδα. Στην Ατλαντίδα ζούσαν άνθρωποι σοφοί που επειδή είχαν όλα τα καλά για να περνούν μια όμορφη ζωή δεν δούλευαν και αντίθετα ασχολούνταν με τις τέχνες και τις επιστήμες. Οι γνώσεις τους ήταν οι σπουδαιότερες της εποχής τους και προσέφεραν απλόχερα βοήθεια σε όποιον τους το ζητούσε. Επίσης υπήρχαν άνθρωποι που κατέγραφαν τις ιδέες και τις ανακαλύψεις των σοφών και φύλαγαν τα βιβλία σε μια τεράστια βιβλιοθήκη. Η βιβλιοθήκη αυτή έλεγαν πως είναι ο θησαυρός τους και δεν άφηναν κανένα ξένο να την επισκεφτεί.

Μια μέρα, ένας από τους σοφούς προσπαθώντας να μελετήσει τον τρόπο ζωής των γλάρων έκανε μια βόλτα στην παραλία. Εκεί κοιτάζοντας τον ορίζοντα, με την άκρη του ματιού του είδε μια παράξενη γαλάζια πέτρα να λάμπει κάτω από το φως του ήλιου. Πλησίασε πιο κοντά και παρατήρησε ότι αυτό που έβλεπε δεν ήταν πέτρα, αλλά ένα τεράστιο αβγό. Χωρίς δεύτερη σκέψη το πήρε και το πήγε στους άλλους για να βρουν τι είναι. Κανείς όμως δεν είχε ξαναδεί κάτι τέτοιο και δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι έπρεπε να κάνουν. Τότε αποφάσισε να το πάει στον γηραιότερο σοφό του νησιού μήπως και αυτός ήξερε πώς να τον βοηθήσει. Όταν το είδε ο γηραιός τα μάτια του έλαμψαν.
- Παιδί μου, είπε με χαρά, ξέρεις τι είναι αυτό που κρατάς;
- Τι είναι κύριε; Είπε με σεβασμό ο σοφός που παρόλο που ήταν μεγάλος σε ηλικία σεβόταν τον γηραιό, μιας και οι γνώσεις και το ήθος του ήταν μοναδικά.
- Αυτό είναι ένα αβγό δράκου! Αναφώνησε ο γηραιός με χαρά σαν να ήταν μικρό παιδί ξανά. Έχω χρόνια να δω κάτι τέτοιο. Συγκεκριμένα είναι το αβγό ενός θαλάσσιου δράκου που πλέον είναι πολύ σπάνιοι. Είσαι πολύ τυχερός που το βρήκες!
Ο σοφός εντυπωσιάστηκε και κοίταξε προσεκτικά το αβγό που κρατούσε στα χέρια του.
- Άραγε να είναι ζωντανό το μωρό μέσα στο αβγό; Αναρωτήθηκε.
- Μόνο ένας τρόπος υπάρχει να μάθουμε. Είπε σοβαρά ο γηραιός. Θα πρέπει να πάρεις το αβγό και να το πας στη μεγάλη φωτιά που καίει στο κέντρο του νησιού. Πάρε ένα μεγάλο δοχείο με νερό, τοποθέτησε το αβγό μέσα και πλησίασέ το στη φλόγα για να είναι ζεστά. Πρέπει να προσέχεις να μην στεγνώσει το αβγό και να ξέρεις ότι ίσως χρειαστεί να το φροντίζεις για πολύ καιρό και ίσως τελικά ο δράκος να μην βγει και ποτέ και να απογοητευτείς, αλλά η υπομονή θα πρέπει να είναι ο σύμμαχός σου και να περιμένεις, γιατί αν τα παρατήσεις γρήγορα τότε δεν θα μάθεις ποτέ αν το αβγό είχε μέσα δράκο ή όχι.
Έτσι και έγινε. Ο σοφός πήγε όπως του υπέδειξε ο γηραιός στο κέντρο του νησιού. Εκεί πριν πολλά χρόνια είχαν φτιάξει μια μεγάλη εστία όπου έκαιγε μέρα νύχτα μια μεγάλη φωτιά ως φόρος τιμής στους ανθρώπους που έζησαν τα παλιά χρόνια στο νησί και ίδρυσαν την κοινότητα των σοφών οραματιζόμενοι ένας ειρηνικό κόσμο χωρίς μυστήρια. Βρήκε ένα μεγάλο διάφανο δοχείο για να μπορεί να βλέπει τι γίνεται μέσα και έβαλε αμέσως το αβγό. Όσοι ήταν εκεί τον ρώτησαν τι προσπαθεί να κάνει και όταν έμαθαν τι ήταν τελικά η μεγάλη πέτρα ενθουσιάστηκαν και ενημέρωσαν όλους τους κατοίκους του νησιού. Κάθε μέρα άνθρωποι από κάθε γωνία του τόπου πήγαιναν να δουν αν βγήκε ο μικρός δράκος.
Ο καιρός περνούσε, όμως, και τίποτα δεν γινόταν. Αφού πέρασαν δυο χρόνια όλο και λιγότεροι πήγαιναν να δουν το αβγό μιας και πίστεψαν πια ότι δεν υπήρχε δράκος μέσα. Ο σοφός, όμως που το είχε βρει θυμόταν τα λόγια του γηραιού και συνέχισε να επιμένει ακόμα και όταν κανείς άλλος δεν τον πίστευε. Κάθε πρωί πήγαινε στο αβγό με την ελπίδα ότι κάτι θα είχε αλλάξει, το κοιτούσε προσεκτικά και του έλεγε καλημέρα σαν να ήταν φίλος του. Κοιτούσε αν ήταν αρκετά ζεστό και αν είχε νερό το δοχείο του. Μετά έφευγε και ξαναγύριζε το βράδυ πάλι με την ίδια προσμονή κι ας είχε περάσει τόσος καιρός. Του έλεγε πάντα καληνύχτα και πήγαινε για ύπνο. Ευτυχώς η φωτιά στο κέντρο του νησιού δεν έσβηνε ποτέ και έτσι δεν φοβόταν μην παγώσει.

Μια μέρα κίνησε να πάει στο αβγό του μα ένιωθε σαν κάτι να είχε αλλάξει. Όταν βγήκε από το σπίτι του νόμιζε ότι τα πουλάκια τον κοιτούσαν και του κελαηδούσαν γλυκά και για μια στιγμή του φάνηκε πως και ο ίδιος ο ήλιος και τα σύννεφα τον παρακολουθούσαν. «Μπα σε καλό μου», σκέφτηκε, «μεγάλωσα και άρχισα να ξεμωραίνομαι. Άκου να με κοιτούν τα σύννεφα!»
Περπάτησε στο μικρό μονοπάτι του κήπου του και μύρισε τα λουλούδια που είχαν αρχίσει να ανθίζουν. Τα είχε φυτέψει μόνος του και ήταν πολύ περήφανος για την ομορφιά και τα αρώματά τους. Έφτασε στην αυλόπορτα και κοίταξε αφηρημένος . Ήταν πολύ τυχερός που είχε αυτό το σπίτι, μιας και ήταν το ψηλότερο του νησιού και από εκείνο το σημείο μπορούσε να δει τον ορίζοντα χωρίς να του περιορίζει τίποτα τη θέα.
- Κάτι έχει αλλάξει σήμερα. Είπε ξανά κάπως προβληματισμένος και έκλεισε πίσω του την αυλόπορτά του σπιτιού.

Comments

  1. Πολύ όμορφες και εύκολες ιστορίες για να διαβάσουμε στα παιδιά μας

    ReplyDelete

Post a Comment